헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

σιμβλεύω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: σιμβλεύω

형태분석: σιμβλεύ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to grow in a hive

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σιμβλεύω

σιμβλεύεις

σιμβλεύει

쌍수 σιμβλεύετον

σιμβλεύετον

복수 σιμβλεύομεν

σιμβλεύετε

σιμβλεύουσιν*

접속법단수 σιμβλεύω

σιμβλεύῃς

σιμβλεύῃ

쌍수 σιμβλεύητον

σιμβλεύητον

복수 σιμβλεύωμεν

σιμβλεύητε

σιμβλεύωσιν*

기원법단수 σιμβλεύοιμι

σιμβλεύοις

σιμβλεύοι

쌍수 σιμβλεύοιτον

σιμβλευοίτην

복수 σιμβλεύοιμεν

σιμβλεύοιτε

σιμβλεύοιεν

명령법단수 σίμβλευε

σιμβλευέτω

쌍수 σιμβλεύετον

σιμβλευέτων

복수 σιμβλεύετε

σιμβλευόντων, σιμβλευέτωσαν

부정사 σιμβλεύειν

분사 남성여성중성
σιμβλευων

σιμβλευοντος

σιμβλευουσα

σιμβλευουσης

σιμβλευον

σιμβλευοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σιμβλεύομαι

σιμβλεύει, σιμβλεύῃ

σιμβλεύεται

쌍수 σιμβλεύεσθον

σιμβλεύεσθον

복수 σιμβλευόμεθα

σιμβλεύεσθε

σιμβλεύονται

접속법단수 σιμβλεύωμαι

σιμβλεύῃ

σιμβλεύηται

쌍수 σιμβλεύησθον

σιμβλεύησθον

복수 σιμβλευώμεθα

σιμβλεύησθε

σιμβλεύωνται

기원법단수 σιμβλευοίμην

σιμβλεύοιο

σιμβλεύοιτο

쌍수 σιμβλεύοισθον

σιμβλευοίσθην

복수 σιμβλευοίμεθα

σιμβλεύοισθε

σιμβλεύοιντο

명령법단수 σιμβλεύου

σιμβλευέσθω

쌍수 σιμβλεύεσθον

σιμβλευέσθων

복수 σιμβλεύεσθε

σιμβλευέσθων, σιμβλευέσθωσαν

부정사 σιμβλεύεσθαι

분사 남성여성중성
σιμβλευομενος

σιμβλευομενου

σιμβλευομενη

σιμβλευομενης

σιμβλευομενον

σιμβλευομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἔμβολα χαλκογένεια, φιλόπλοα τεύχεα νηῶν, Ἀκτιακοῦ πολέμου κείμενα μαρτύρια, ἠνίδε σιμβλεύει κηρότροφα δῶρα μελισσῶν, ἑσμῷ βομβητῇ κυκλόσε βριθόμενα. (Unknown, Greek Anthology, book 6, chapter 2361)

    (작자 미상, Greek Anthology, book 6, chapter 2361)

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION