헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προβατευτικός

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προβατευτικός προβατευτική προβατευτικόν

형태분석: προβατευτικ (어간) + ος (어미)

어원: from probateu/w

  1. of or for cattle, the art of breeding or keeping sheep

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 προβατευτικός

(이)가

προβατευτική

(이)가

προβατευτικόν

(것)가

속격 προβατευτικοῦ

(이)의

προβατευτικῆς

(이)의

προβατευτικοῦ

(것)의

여격 προβατευτικῷ

(이)에게

προβατευτικῇ

(이)에게

προβατευτικῷ

(것)에게

대격 προβατευτικόν

(이)를

προβατευτικήν

(이)를

προβατευτικόν

(것)를

호격 προβατευτικέ

(이)야

προβατευτική

(이)야

προβατευτικόν

(것)야

쌍수주/대/호 προβατευτικώ

(이)들이

προβατευτικᾱ́

(이)들이

προβατευτικώ

(것)들이

속/여 προβατευτικοῖν

(이)들의

προβατευτικαῖν

(이)들의

προβατευτικοῖν

(것)들의

복수주격 προβατευτικοί

(이)들이

προβατευτικαί

(이)들이

προβατευτικά

(것)들이

속격 προβατευτικῶν

(이)들의

προβατευτικῶν

(이)들의

προβατευτικῶν

(것)들의

여격 προβατευτικοῖς

(이)들에게

προβατευτικαῖς

(이)들에게

προβατευτικοῖς

(것)들에게

대격 προβατευτικούς

(이)들을

προβατευτικᾱ́ς

(이)들을

προβατευτικά

(것)들을

호격 προβατευτικοί

(이)들아

προβατευτικαί

(이)들아

προβατευτικά

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • καὶ γὰρ ἡ προβατευτικὴ τέχνη συνῆπται τῇ γεωργίᾳ, ὥστε ἔχειν καὶ θεοὺσ ἐξαρέσκεσθαι θύοντασ καὶ αὐτοὺσ χρῆσθαι. (Xenophon, Works on Socrates, , chapter 5 3:3)

    (크세노폰, Works on Socrates, , chapter 5 3:3)

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION