헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

νεόφυτος

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: νεόφυτος νεόφυτον

형태분석: νεοφυτ (어간) + ος (어미)

  1. newly planted, a new convert, neophyte

곡용 정보

1/2군 변화
남/여성 중성
단수주격 νεόφυτος

(이)가

νεόφυτον

(것)가

속격 νεοφύτου

(이)의

νεοφύτου

(것)의

여격 νεοφύτῳ

(이)에게

νεοφύτῳ

(것)에게

대격 νεόφυτον

(이)를

νεόφυτον

(것)를

호격 νεόφυτε

(이)야

νεόφυτον

(것)야

쌍수주/대/호 νεοφύτω

(이)들이

νεοφύτω

(것)들이

속/여 νεοφύτοιν

(이)들의

νεοφύτοιν

(것)들의

복수주격 νεόφυτοι

(이)들이

νεόφυτα

(것)들이

속격 νεοφύτων

(이)들의

νεοφύτων

(것)들의

여격 νεοφύτοις

(이)들에게

νεοφύτοις

(것)들에게

대격 νεοφύτους

(이)들을

νεόφυτα

(것)들을

호격 νεόφυτοι

(이)들아

νεόφυτα

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἡ γυνή σου ὡσ ἄμπελοσ εὐθηνοῦσα ἐν τοῖσ κλίτεσι τῆσ οἰκίασ σου. οἱ υἱοί σου ὡσ νεόφυτα ἐλαιῶν κύκλῳ τῆσ τραπέζησ σου. (Septuagint, Liber Psalmorum 127:3)

    (70인역 성경, 시편 127:3)

  • ὧν οἱ υἱοὶ ὡσ νεόφυτα ἱδρυμένα ἐν τῇ νεότητι αὐτῶν, αἱ θυγατέρεσ αὐτῶν κεκαλλωπισμέναι, περικεκοσμημέναι ὡσ ὁμοίωμα ναοῦ, (Septuagint, Liber Psalmorum 143:12)

    (70인역 성경, 시편 143:12)

  • ἀπὸ ὀσμῆσ ὕδατοσ ἀνθήσει, ποιήσει δὲ θερισμὸν ὥσπερ νεόφυτον. (Septuagint, Liber Iob 14:9)

    (70인역 성경, 욥기 14:9)

  • ὁ γὰρ ἀμπελῶν Κυρίου σαβαὼθ οἶκοσ τοῦ Ἰσραήλ ἐστι καὶ ἄνθρωποσ τοῦ Ἰούδα νεόφυτον ἠγαπημένον. ἔμεινα τοῦ ποιῆσαι κρίσιν, ἐποίησε δὲ ἀνομίαν καὶ οὐ δικαιοσύνην, ἀλλὰ κραυγήν. ̀ρ̀ν̀ρ̀ν̀ρ̀ν̀ρ̀ν ‐ Οὐαὶ οἱ συνάπτοντεσ οἰκίαν πρὸσ οἰκίαν καὶ ἀγρὸν πρὸσ ἀγρὸν ἐγγίζοντεσ, ἵνα τοῦ πλησίον ἀφέλωνταί τι. μὴ οἰκήσετε μόνοι ἐπὶ τῆσ γῆσ̣ (Septuagint, Liber Isaiae 5:7)

    (70인역 성경, 이사야서 5:7)

  • μὴ νεόφυτον, ἵνα μὴ τυφωθεὶσ εἰσ κρίμα ἐμπέσῃ τοῦ διαβόλου. (PROS TIMOQEON A, chapter 1 46:1)

    (PROS TIMOQEON A, chapter 1 46:1)

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION