헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

νειοποιέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: νειοποιέω νειοποιήσω

형태분석: νειοποιέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to take a green crop off, freshened

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 νειοποίω

νειοποίεις

νειοποίει

쌍수 νειοποίειτον

νειοποίειτον

복수 νειοποίουμεν

νειοποίειτε

νειοποίουσιν*

접속법단수 νειοποίω

νειοποίῃς

νειοποίῃ

쌍수 νειοποίητον

νειοποίητον

복수 νειοποίωμεν

νειοποίητε

νειοποίωσιν*

기원법단수 νειοποίοιμι

νειοποίοις

νειοποίοι

쌍수 νειοποίοιτον

νειοποιοίτην

복수 νειοποίοιμεν

νειοποίοιτε

νειοποίοιεν

명령법단수 νειοποῖει

νειοποιεῖτω

쌍수 νειοποίειτον

νειοποιεῖτων

복수 νειοποίειτε

νειοποιοῦντων, νειοποιεῖτωσαν

부정사 νειοποίειν

분사 남성여성중성
νειοποιων

νειοποιουντος

νειοποιουσα

νειοποιουσης

νειοποιουν

νειοποιουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 νειοποίουμαι

νειοποίει, νειοποίῃ

νειοποίειται

쌍수 νειοποίεισθον

νειοποίεισθον

복수 νειοποιοῦμεθα

νειοποίεισθε

νειοποίουνται

접속법단수 νειοποίωμαι

νειοποίῃ

νειοποίηται

쌍수 νειοποίησθον

νειοποίησθον

복수 νειοποιώμεθα

νειοποίησθε

νειοποίωνται

기원법단수 νειοποιοίμην

νειοποίοιο

νειοποίοιτο

쌍수 νειοποίοισθον

νειοποιοίσθην

복수 νειοποιοίμεθα

νειοποίοισθε

νειοποίοιντο

명령법단수 νειοποίου

νειοποιεῖσθω

쌍수 νειοποίεισθον

νειοποιεῖσθων

복수 νειοποίεισθε

νειοποιεῖσθων, νειοποιεῖσθωσαν

부정사 νειοποίεισθαι

분사 남성여성중성
νειοποιουμενος

νειοποιουμενου

νειοποιουμενη

νειοποιουμενης

νειοποιουμενον

νειοποιουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 νειοποιήσω

νειοποιήσεις

νειοποιήσει

쌍수 νειοποιήσετον

νειοποιήσετον

복수 νειοποιήσομεν

νειοποιήσετε

νειοποιήσουσιν*

기원법단수 νειοποιήσοιμι

νειοποιήσοις

νειοποιήσοι

쌍수 νειοποιήσοιτον

νειοποιησοίτην

복수 νειοποιήσοιμεν

νειοποιήσοιτε

νειοποιήσοιεν

부정사 νειοποιήσειν

분사 남성여성중성
νειοποιησων

νειοποιησοντος

νειοποιησουσα

νειοποιησουσης

νειοποιησον

νειοποιησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 νειοποιήσομαι

νειοποιήσει, νειοποιήσῃ

νειοποιήσεται

쌍수 νειοποιήσεσθον

νειοποιήσεσθον

복수 νειοποιησόμεθα

νειοποιήσεσθε

νειοποιήσονται

기원법단수 νειοποιησοίμην

νειοποιήσοιο

νειοποιήσοιτο

쌍수 νειοποιήσοισθον

νειοποιησοίσθην

복수 νειοποιησοίμεθα

νειοποιήσοισθε

νειοποιήσοιντο

부정사 νειοποιήσεσθαι

분사 남성여성중성
νειοποιησομενος

νειοποιησομενου

νειοποιησομενη

νειοποιησομενης

νειοποιησομενον

νειοποιησομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION