헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

μετεωροκοπέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: μετεωροκοπέω μετεωροκοπήσω

형태분석: μετεωροκοπέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: ko/ptw

  1. to prate about high things

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μετεωροκόπω

μετεωροκόπεις

μετεωροκόπει

쌍수 μετεωροκόπειτον

μετεωροκόπειτον

복수 μετεωροκόπουμεν

μετεωροκόπειτε

μετεωροκόπουσιν*

접속법단수 μετεωροκόπω

μετεωροκόπῃς

μετεωροκόπῃ

쌍수 μετεωροκόπητον

μετεωροκόπητον

복수 μετεωροκόπωμεν

μετεωροκόπητε

μετεωροκόπωσιν*

기원법단수 μετεωροκόποιμι

μετεωροκόποις

μετεωροκόποι

쌍수 μετεωροκόποιτον

μετεωροκοποίτην

복수 μετεωροκόποιμεν

μετεωροκόποιτε

μετεωροκόποιεν

명령법단수 μετεωροκο͂πει

μετεωροκοπεῖτω

쌍수 μετεωροκόπειτον

μετεωροκοπεῖτων

복수 μετεωροκόπειτε

μετεωροκοποῦντων, μετεωροκοπεῖτωσαν

부정사 μετεωροκόπειν

분사 남성여성중성
μετεωροκοπων

μετεωροκοπουντος

μετεωροκοπουσα

μετεωροκοπουσης

μετεωροκοπουν

μετεωροκοπουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μετεωροκόπουμαι

μετεωροκόπει, μετεωροκόπῃ

μετεωροκόπειται

쌍수 μετεωροκόπεισθον

μετεωροκόπεισθον

복수 μετεωροκοποῦμεθα

μετεωροκόπεισθε

μετεωροκόπουνται

접속법단수 μετεωροκόπωμαι

μετεωροκόπῃ

μετεωροκόπηται

쌍수 μετεωροκόπησθον

μετεωροκόπησθον

복수 μετεωροκοπώμεθα

μετεωροκόπησθε

μετεωροκόπωνται

기원법단수 μετεωροκοποίμην

μετεωροκόποιο

μετεωροκόποιτο

쌍수 μετεωροκόποισθον

μετεωροκοποίσθην

복수 μετεωροκοποίμεθα

μετεωροκόποισθε

μετεωροκόποιντο

명령법단수 μετεωροκόπου

μετεωροκοπεῖσθω

쌍수 μετεωροκόπεισθον

μετεωροκοπεῖσθων

복수 μετεωροκόπεισθε

μετεωροκοπεῖσθων, μετεωροκοπεῖσθωσαν

부정사 μετεωροκόπεισθαι

분사 남성여성중성
μετεωροκοπουμενος

μετεωροκοπουμενου

μετεωροκοπουμενη

μετεωροκοπουμενης

μετεωροκοπουμενον

μετεωροκοπουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μετεωροκοπήσω

μετεωροκοπήσεις

μετεωροκοπήσει

쌍수 μετεωροκοπήσετον

μετεωροκοπήσετον

복수 μετεωροκοπήσομεν

μετεωροκοπήσετε

μετεωροκοπήσουσιν*

기원법단수 μετεωροκοπήσοιμι

μετεωροκοπήσοις

μετεωροκοπήσοι

쌍수 μετεωροκοπήσοιτον

μετεωροκοπησοίτην

복수 μετεωροκοπήσοιμεν

μετεωροκοπήσοιτε

μετεωροκοπήσοιεν

부정사 μετεωροκοπήσειν

분사 남성여성중성
μετεωροκοπησων

μετεωροκοπησοντος

μετεωροκοπησουσα

μετεωροκοπησουσης

μετεωροκοπησον

μετεωροκοπησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μετεωροκοπήσομαι

μετεωροκοπήσει, μετεωροκοπήσῃ

μετεωροκοπήσεται

쌍수 μετεωροκοπήσεσθον

μετεωροκοπήσεσθον

복수 μετεωροκοπησόμεθα

μετεωροκοπήσεσθε

μετεωροκοπήσονται

기원법단수 μετεωροκοπησοίμην

μετεωροκοπήσοιο

μετεωροκοπήσοιτο

쌍수 μετεωροκοπήσοισθον

μετεωροκοπησοίσθην

복수 μετεωροκοπησοίμεθα

μετεωροκοπήσοισθε

μετεωροκοπήσοιντο

부정사 μετεωροκοπήσεσθαι

분사 남성여성중성
μετεωροκοπησομενος

μετεωροκοπησομενου

μετεωροκοπησομενη

μετεωροκοπησομενης

μετεωροκοπησομενον

μετεωροκοπησομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ποῖ δῆτ’ ἄλλωσ μετεωροκοπεῖσ; (Aristophanes, Peace, Prologue, anapests7)

    (아리스토파네스, Peace, Prologue, anapests7)

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION