헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κοπροφορέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κοπροφορέω κοπροφορήσω

형태분석: κοπροφορέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to cover with dung or dirt

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κοπροφόρω

κοπροφόρεις

κοπροφόρει

쌍수 κοπροφόρειτον

κοπροφόρειτον

복수 κοπροφόρουμεν

κοπροφόρειτε

κοπροφόρουσιν*

접속법단수 κοπροφόρω

κοπροφόρῃς

κοπροφόρῃ

쌍수 κοπροφόρητον

κοπροφόρητον

복수 κοπροφόρωμεν

κοπροφόρητε

κοπροφόρωσιν*

기원법단수 κοπροφόροιμι

κοπροφόροις

κοπροφόροι

쌍수 κοπροφόροιτον

κοπροφοροίτην

복수 κοπροφόροιμεν

κοπροφόροιτε

κοπροφόροιεν

명령법단수 κοπροφο͂ρει

κοπροφορεῖτω

쌍수 κοπροφόρειτον

κοπροφορεῖτων

복수 κοπροφόρειτε

κοπροφοροῦντων, κοπροφορεῖτωσαν

부정사 κοπροφόρειν

분사 남성여성중성
κοπροφορων

κοπροφορουντος

κοπροφορουσα

κοπροφορουσης

κοπροφορουν

κοπροφορουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κοπροφόρουμαι

κοπροφόρει, κοπροφόρῃ

κοπροφόρειται

쌍수 κοπροφόρεισθον

κοπροφόρεισθον

복수 κοπροφοροῦμεθα

κοπροφόρεισθε

κοπροφόρουνται

접속법단수 κοπροφόρωμαι

κοπροφόρῃ

κοπροφόρηται

쌍수 κοπροφόρησθον

κοπροφόρησθον

복수 κοπροφορώμεθα

κοπροφόρησθε

κοπροφόρωνται

기원법단수 κοπροφοροίμην

κοπροφόροιο

κοπροφόροιτο

쌍수 κοπροφόροισθον

κοπροφοροίσθην

복수 κοπροφοροίμεθα

κοπροφόροισθε

κοπροφόροιντο

명령법단수 κοπροφόρου

κοπροφορεῖσθω

쌍수 κοπροφόρεισθον

κοπροφορεῖσθων

복수 κοπροφόρεισθε

κοπροφορεῖσθων, κοπροφορεῖσθωσαν

부정사 κοπροφόρεισθαι

분사 남성여성중성
κοπροφορουμενος

κοπροφορουμενου

κοπροφορουμενη

κοπροφορουμενης

κοπροφορουμενον

κοπροφορουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κοπροφορήσω

κοπροφορήσεις

κοπροφορήσει

쌍수 κοπροφορήσετον

κοπροφορήσετον

복수 κοπροφορήσομεν

κοπροφορήσετε

κοπροφορήσουσιν*

기원법단수 κοπροφορήσοιμι

κοπροφορήσοις

κοπροφορήσοι

쌍수 κοπροφορήσοιτον

κοπροφορησοίτην

복수 κοπροφορήσοιμεν

κοπροφορήσοιτε

κοπροφορήσοιεν

부정사 κοπροφορήσειν

분사 남성여성중성
κοπροφορησων

κοπροφορησοντος

κοπροφορησουσα

κοπροφορησουσης

κοπροφορησον

κοπροφορησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κοπροφορήσομαι

κοπροφορήσει, κοπροφορήσῃ

κοπροφορήσεται

쌍수 κοπροφορήσεσθον

κοπροφορήσεσθον

복수 κοπροφορησόμεθα

κοπροφορήσεσθε

κοπροφορήσονται

기원법단수 κοπροφορησοίμην

κοπροφορήσοιο

κοπροφορήσοιτο

쌍수 κοπροφορήσοισθον

κοπροφορησοίσθην

복수 κοπροφορησοίμεθα

κοπροφορήσοισθε

κοπροφορήσοιντο

부정사 κοπροφορήσεσθαι

분사 남성여성중성
κοπροφορησομενος

κοπροφορησομενου

κοπροφορησομενη

κοπροφορησομενης

κοπροφορησομενον

κοπροφορησομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION