헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

καταμαλακίζω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: καταμαλακίζω καταμαλακιῶ

형태분석: καταμαλακίζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 여성화시키다, 나약하게 하다
  1. to make soft, effeminate, to be or become so

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταμαλακίζω

(나는) 여성화시킨다

καταμαλακίζεις

(너는) 여성화시킨다

καταμαλακίζει

(그는) 여성화시킨다

쌍수 καταμαλακίζετον

(너희 둘은) 여성화시킨다

καταμαλακίζετον

(그 둘은) 여성화시킨다

복수 καταμαλακίζομεν

(우리는) 여성화시킨다

καταμαλακίζετε

(너희는) 여성화시킨다

καταμαλακίζουσιν*

(그들은) 여성화시킨다

접속법단수 καταμαλακίζω

(나는) 여성화시키자

καταμαλακίζῃς

(너는) 여성화시키자

καταμαλακίζῃ

(그는) 여성화시키자

쌍수 καταμαλακίζητον

(너희 둘은) 여성화시키자

καταμαλακίζητον

(그 둘은) 여성화시키자

복수 καταμαλακίζωμεν

(우리는) 여성화시키자

καταμαλακίζητε

(너희는) 여성화시키자

καταμαλακίζωσιν*

(그들은) 여성화시키자

기원법단수 καταμαλακίζοιμι

(나는) 여성화시키기를 (바라다)

καταμαλακίζοις

(너는) 여성화시키기를 (바라다)

καταμαλακίζοι

(그는) 여성화시키기를 (바라다)

쌍수 καταμαλακίζοιτον

(너희 둘은) 여성화시키기를 (바라다)

καταμαλακιζοίτην

(그 둘은) 여성화시키기를 (바라다)

복수 καταμαλακίζοιμεν

(우리는) 여성화시키기를 (바라다)

καταμαλακίζοιτε

(너희는) 여성화시키기를 (바라다)

καταμαλακίζοιεν

(그들은) 여성화시키기를 (바라다)

명령법단수 καταμαλάκιζε

(너는) 여성화시켜라

καταμαλακιζέτω

(그는) 여성화시켜라

쌍수 καταμαλακίζετον

(너희 둘은) 여성화시켜라

καταμαλακιζέτων

(그 둘은) 여성화시켜라

복수 καταμαλακίζετε

(너희는) 여성화시켜라

καταμαλακιζόντων, καταμαλακιζέτωσαν

(그들은) 여성화시켜라

부정사 καταμαλακίζειν

여성화시키는 것

분사 남성여성중성
καταμαλακιζων

καταμαλακιζοντος

καταμαλακιζουσα

καταμαλακιζουσης

καταμαλακιζον

καταμαλακιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταμαλακίζομαι

(나는) 여성화한다

καταμαλακίζει, καταμαλακίζῃ

(너는) 여성화한다

καταμαλακίζεται

(그는) 여성화한다

쌍수 καταμαλακίζεσθον

(너희 둘은) 여성화한다

καταμαλακίζεσθον

(그 둘은) 여성화한다

복수 καταμαλακιζόμεθα

(우리는) 여성화한다

καταμαλακίζεσθε

(너희는) 여성화한다

καταμαλακίζονται

(그들은) 여성화한다

접속법단수 καταμαλακίζωμαι

(나는) 여성화하자

καταμαλακίζῃ

(너는) 여성화하자

καταμαλακίζηται

(그는) 여성화하자

쌍수 καταμαλακίζησθον

(너희 둘은) 여성화하자

καταμαλακίζησθον

(그 둘은) 여성화하자

복수 καταμαλακιζώμεθα

(우리는) 여성화하자

καταμαλακίζησθε

(너희는) 여성화하자

καταμαλακίζωνται

(그들은) 여성화하자

기원법단수 καταμαλακιζοίμην

(나는) 여성화하기를 (바라다)

καταμαλακίζοιο

(너는) 여성화하기를 (바라다)

καταμαλακίζοιτο

(그는) 여성화하기를 (바라다)

쌍수 καταμαλακίζοισθον

(너희 둘은) 여성화하기를 (바라다)

καταμαλακιζοίσθην

(그 둘은) 여성화하기를 (바라다)

복수 καταμαλακιζοίμεθα

(우리는) 여성화하기를 (바라다)

καταμαλακίζοισθε

(너희는) 여성화하기를 (바라다)

καταμαλακίζοιντο

(그들은) 여성화하기를 (바라다)

명령법단수 καταμαλακίζου

(너는) 여성화해라

καταμαλακιζέσθω

(그는) 여성화해라

쌍수 καταμαλακίζεσθον

(너희 둘은) 여성화해라

καταμαλακιζέσθων

(그 둘은) 여성화해라

복수 καταμαλακίζεσθε

(너희는) 여성화해라

καταμαλακιζέσθων, καταμαλακιζέσθωσαν

(그들은) 여성화해라

부정사 καταμαλακίζεσθαι

여성화하는 것

분사 남성여성중성
καταμαλακιζομενος

καταμαλακιζομενου

καταμαλακιζομενη

καταμαλακιζομενης

καταμαλακιζομενον

καταμαλακιζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταμαλακίω

(나는) 여성화시키겠다

καταμαλακίεις

(너는) 여성화시키겠다

καταμαλακίει

(그는) 여성화시키겠다

쌍수 καταμαλακίειτον

(너희 둘은) 여성화시키겠다

καταμαλακίειτον

(그 둘은) 여성화시키겠다

복수 καταμαλακίουμεν

(우리는) 여성화시키겠다

καταμαλακίειτε

(너희는) 여성화시키겠다

καταμαλακίουσιν*

(그들은) 여성화시키겠다

기원법단수 καταμαλακίοιμι

(나는) 여성화시키겠기를 (바라다)

καταμαλακίοις

(너는) 여성화시키겠기를 (바라다)

καταμαλακίοι

(그는) 여성화시키겠기를 (바라다)

쌍수 καταμαλακίοιτον

(너희 둘은) 여성화시키겠기를 (바라다)

καταμαλακιοίτην

(그 둘은) 여성화시키겠기를 (바라다)

복수 καταμαλακίοιμεν

(우리는) 여성화시키겠기를 (바라다)

καταμαλακίοιτε

(너희는) 여성화시키겠기를 (바라다)

καταμαλακίοιεν

(그들은) 여성화시키겠기를 (바라다)

부정사 καταμαλακίειν

여성화시킬 것

분사 남성여성중성
καταμαλακιων

καταμαλακιουντος

καταμαλακιουσα

καταμαλακιουσης

καταμαλακιουν

καταμαλακιουντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταμαλακίουμαι

(나는) 여성화하겠다

καταμαλακίει, καταμαλακίῃ

(너는) 여성화하겠다

καταμαλακίειται

(그는) 여성화하겠다

쌍수 καταμαλακίεισθον

(너희 둘은) 여성화하겠다

καταμαλακίεισθον

(그 둘은) 여성화하겠다

복수 καταμαλακιοῦμεθα

(우리는) 여성화하겠다

καταμαλακίεισθε

(너희는) 여성화하겠다

καταμαλακίουνται

(그들은) 여성화하겠다

기원법단수 καταμαλακιοίμην

(나는) 여성화하겠기를 (바라다)

καταμαλακίοιο

(너는) 여성화하겠기를 (바라다)

καταμαλακίοιτο

(그는) 여성화하겠기를 (바라다)

쌍수 καταμαλακίοισθον

(너희 둘은) 여성화하겠기를 (바라다)

καταμαλακιοίσθην

(그 둘은) 여성화하겠기를 (바라다)

복수 καταμαλακιοίμεθα

(우리는) 여성화하겠기를 (바라다)

καταμαλακίοισθε

(너희는) 여성화하겠기를 (바라다)

καταμαλακίοιντο

(그들은) 여성화하겠기를 (바라다)

부정사 καταμαλακίεισθαι

여성화할 것

분사 남성여성중성
καταμαλακιουμενος

καταμαλακιουμενου

καταμαλακιουμενη

καταμαλακιουμενης

καταμαλακιουμενον

καταμαλακιουμενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκαταμαλάκιζον

(나는) 여성화시키고 있었다

ἐκαταμαλάκιζες

(너는) 여성화시키고 있었다

ἐκαταμαλάκιζεν*

(그는) 여성화시키고 있었다

쌍수 ἐκαταμαλακίζετον

(너희 둘은) 여성화시키고 있었다

ἐκαταμαλακιζέτην

(그 둘은) 여성화시키고 있었다

복수 ἐκαταμαλακίζομεν

(우리는) 여성화시키고 있었다

ἐκαταμαλακίζετε

(너희는) 여성화시키고 있었다

ἐκαταμαλάκιζον

(그들은) 여성화시키고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκαταμαλακιζόμην

(나는) 여성화하고 있었다

ἐκαταμαλακίζου

(너는) 여성화하고 있었다

ἐκαταμαλακίζετο

(그는) 여성화하고 있었다

쌍수 ἐκαταμαλακίζεσθον

(너희 둘은) 여성화하고 있었다

ἐκαταμαλακιζέσθην

(그 둘은) 여성화하고 있었다

복수 ἐκαταμαλακιζόμεθα

(우리는) 여성화하고 있었다

ἐκαταμαλακίζεσθε

(너희는) 여성화하고 있었다

ἐκαταμαλακίζοντο

(그들은) 여성화하고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION