헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἐμπομπεύω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἐμπομπεύω ἐμπομπεύσω

형태분석: ἐμπομπεύ (어간) + ω (인칭어미)

어원: e)n

  1. to swagger in procession

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐμπομπεύω

ἐμπομπεύεις

ἐμπομπεύει

쌍수 ἐμπομπεύετον

ἐμπομπεύετον

복수 ἐμπομπεύομεν

ἐμπομπεύετε

ἐμπομπεύουσιν*

접속법단수 ἐμπομπεύω

ἐμπομπεύῃς

ἐμπομπεύῃ

쌍수 ἐμπομπεύητον

ἐμπομπεύητον

복수 ἐμπομπεύωμεν

ἐμπομπεύητε

ἐμπομπεύωσιν*

기원법단수 ἐμπομπεύοιμι

ἐμπομπεύοις

ἐμπομπεύοι

쌍수 ἐμπομπεύοιτον

ἐμπομπευοίτην

복수 ἐμπομπεύοιμεν

ἐμπομπεύοιτε

ἐμπομπεύοιεν

명령법단수 ἐμπόμπευε

ἐμπομπευέτω

쌍수 ἐμπομπεύετον

ἐμπομπευέτων

복수 ἐμπομπεύετε

ἐμπομπευόντων, ἐμπομπευέτωσαν

부정사 ἐμπομπεύειν

분사 남성여성중성
ἐμπομπευων

ἐμπομπευοντος

ἐμπομπευουσα

ἐμπομπευουσης

ἐμπομπευον

ἐμπομπευοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐμπομπεύομαι

ἐμπομπεύει, ἐμπομπεύῃ

ἐμπομπεύεται

쌍수 ἐμπομπεύεσθον

ἐμπομπεύεσθον

복수 ἐμπομπευόμεθα

ἐμπομπεύεσθε

ἐμπομπεύονται

접속법단수 ἐμπομπεύωμαι

ἐμπομπεύῃ

ἐμπομπεύηται

쌍수 ἐμπομπεύησθον

ἐμπομπεύησθον

복수 ἐμπομπευώμεθα

ἐμπομπεύησθε

ἐμπομπεύωνται

기원법단수 ἐμπομπευοίμην

ἐμπομπεύοιο

ἐμπομπεύοιτο

쌍수 ἐμπομπεύοισθον

ἐμπομπευοίσθην

복수 ἐμπομπευοίμεθα

ἐμπομπεύοισθε

ἐμπομπεύοιντο

명령법단수 ἐμπομπεύου

ἐμπομπευέσθω

쌍수 ἐμπομπεύεσθον

ἐμπομπευέσθων

복수 ἐμπομπεύεσθε

ἐμπομπευέσθων, ἐμπομπευέσθωσαν

부정사 ἐμπομπεύεσθαι

분사 남성여성중성
ἐμπομπευομενος

ἐμπομπευομενου

ἐμπομπευομενη

ἐμπομπευομενης

ἐμπομπευομενον

ἐμπομπευομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐμπομπεύσω

ἐμπομπεύσεις

ἐμπομπεύσει

쌍수 ἐμπομπεύσετον

ἐμπομπεύσετον

복수 ἐμπομπεύσομεν

ἐμπομπεύσετε

ἐμπομπεύσουσιν*

기원법단수 ἐμπομπεύσοιμι

ἐμπομπεύσοις

ἐμπομπεύσοι

쌍수 ἐμπομπεύσοιτον

ἐμπομπευσοίτην

복수 ἐμπομπεύσοιμεν

ἐμπομπεύσοιτε

ἐμπομπεύσοιεν

부정사 ἐμπομπεύσειν

분사 남성여성중성
ἐμπομπευσων

ἐμπομπευσοντος

ἐμπομπευσουσα

ἐμπομπευσουσης

ἐμπομπευσον

ἐμπομπευσοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐμπομπεύσομαι

ἐμπομπεύσει, ἐμπομπεύσῃ

ἐμπομπεύσεται

쌍수 ἐμπομπεύσεσθον

ἐμπομπεύσεσθον

복수 ἐμπομπευσόμεθα

ἐμπομπεύσεσθε

ἐμπομπεύσονται

기원법단수 ἐμπομπευσοίμην

ἐμπομπεύσοιο

ἐμπομπεύσοιτο

쌍수 ἐμπομπεύσοισθον

ἐμπομπευσοίσθην

복수 ἐμπομπευσοίμεθα

ἐμπομπεύσοισθε

ἐμπομπεύσοιντο

부정사 ἐμπομπεύσεσθαι

분사 남성여성중성
ἐμπομπευσομενος

ἐμπομπευσομενου

ἐμπομπευσομενη

ἐμπομπευσομενης

ἐμπομπευσομενον

ἐμπομπευσομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἐπιστρέφει γοῦν ἑαυτὸν καὶ περιάγει καὶ ἐμπομπεύει τῷ κάλλει· (Lucian, De Domo, (no name) 11:2)

    (루키아노스, De Domo, (no name) 11:2)

  • τοιαύτην ὁ πλοῦτοσ εὐδαιμονίαν ἔχει θεατῶν δεομένην καὶ μαρτύρων, οἷσ δεῖ πᾶσιν ἐμπομπεύειν αὐτόν, ἢ· (Plutarch, De cupiditate divitiarum, section 101)

    (플루타르코스, De cupiditate divitiarum, section 101)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION