헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

διαπρακτικός

1/2군 변화 형용사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: διαπρακτικός διαπρακτική διαπρακτικόν

형태분석: διαπρακτικ (어간) + ος (어미)

  1. 효과적
  1. effective, operative

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 διαπρακτικός

효과적 (이)가

διαπρακτική

효과적 (이)가

διαπρακτικόν

효과적 (것)가

속격 διαπρακτικοῦ

효과적 (이)의

διαπρακτικῆς

효과적 (이)의

διαπρακτικοῦ

효과적 (것)의

여격 διαπρακτικῷ

효과적 (이)에게

διαπρακτικῇ

효과적 (이)에게

διαπρακτικῷ

효과적 (것)에게

대격 διαπρακτικόν

효과적 (이)를

διαπρακτικήν

효과적 (이)를

διαπρακτικόν

효과적 (것)를

호격 διαπρακτικέ

효과적 (이)야

διαπρακτική

효과적 (이)야

διαπρακτικόν

효과적 (것)야

쌍수주/대/호 διαπρακτικώ

효과적 (이)들이

διαπρακτικᾱ́

효과적 (이)들이

διαπρακτικώ

효과적 (것)들이

속/여 διαπρακτικοῖν

효과적 (이)들의

διαπρακτικαῖν

효과적 (이)들의

διαπρακτικοῖν

효과적 (것)들의

복수주격 διαπρακτικοί

효과적 (이)들이

διαπρακτικαί

효과적 (이)들이

διαπρακτικά

효과적 (것)들이

속격 διαπρακτικῶν

효과적 (이)들의

διαπρακτικῶν

효과적 (이)들의

διαπρακτικῶν

효과적 (것)들의

여격 διαπρακτικοῖς

효과적 (이)들에게

διαπρακτικαῖς

효과적 (이)들에게

διαπρακτικοῖς

효과적 (것)들에게

대격 διαπρακτικούς

효과적 (이)들을

διαπρακτικᾱ́ς

효과적 (이)들을

διαπρακτικά

효과적 (것)들을

호격 διαπρακτικοί

효과적 (이)들아

διαπρακτικαί

효과적 (이)들아

διαπρακτικά

효과적 (것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION