고전 발음: [] 신약 발음: []
기본형: ξηραμπέλινος ξηραμπέλινη ξηραμπέλινον
형태분석: ξηραμπελιν (어간) + ος (어미)
| 남성 | 여성 | 중성 | ||
|---|---|---|---|---|
| 단수 | 주격 | ξηραμπέλινος (이)가 | ξηραμπελίνη (이)가 | ξηραμπέλινον (것)가 |
| 속격 | ξηραμπελίνου (이)의 | ξηραμπελίνης (이)의 | ξηραμπελίνου (것)의 | |
| 여격 | ξηραμπελίνῳ (이)에게 | ξηραμπελίνῃ (이)에게 | ξηραμπελίνῳ (것)에게 | |
| 대격 | ξηραμπέλινον (이)를 | ξηραμπελίνην (이)를 | ξηραμπέλινον (것)를 | |
| 호격 | ξηραμπέλινε (이)야 | ξηραμπελίνη (이)야 | ξηραμπέλινον (것)야 | |
| 쌍수 | 주/대/호 | ξηραμπελίνω (이)들이 | ξηραμπελίνᾱ (이)들이 | ξηραμπελίνω (것)들이 |
| 속/여 | ξηραμπελίνοιν (이)들의 | ξηραμπελίναιν (이)들의 | ξηραμπελίνοιν (것)들의 | |
| 복수 | 주격 | ξηραμπέλινοι (이)들이 | ξηραμπέλιναι (이)들이 | ξηραμπέλινα (것)들이 |
| 속격 | ξηραμπελίνων (이)들의 | ξηραμπελινῶν (이)들의 | ξηραμπελίνων (것)들의 | |
| 여격 | ξηραμπελίνοις (이)들에게 | ξηραμπελίναις (이)들에게 | ξηραμπελίνοις (것)들에게 | |
| 대격 | ξηραμπελίνους (이)들을 | ξηραμπελίνᾱς (이)들을 | ξηραμπέλινα (것)들을 | |
| 호격 | ξηραμπέλινοι (이)들아 | ξηραμπέλιναι (이)들아 | ξηραμπέλινα (것)들아 | |
| 원급 | 비교급 | 최상급 | |
|---|---|---|---|
| 형용사 |
ξηραμπέλινος ξηραμπελίνου (이)의 |
ξηραμπελινότερος ξηραμπελινοτέρου 더 (이)의 |
ξηραμπελινότατος ξηραμπελινοτάτου 가장 (이)의 |
| 부사 | ξηραμπελίνως | ξηραμπελινότερον | ξηραμπελινότατα |
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.
이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기고전 발음: [] 신약 발음: []
호흡부호 보기
강세부호 보기
장단부호 보기
작은 Iota 보기
모든 부호 보기