헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ψιλογραφέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ψιλογραφέω

형태분석: ψιλογραφέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. write with a single vowel (not a diphthong)

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ψιλογράφω

ψιλογράφεις

ψιλογράφει

쌍수 ψιλογράφειτον

ψιλογράφειτον

복수 ψιλογράφουμεν

ψιλογράφειτε

ψιλογράφουσιν*

접속법단수 ψιλογράφω

ψιλογράφῃς

ψιλογράφῃ

쌍수 ψιλογράφητον

ψιλογράφητον

복수 ψιλογράφωμεν

ψιλογράφητε

ψιλογράφωσιν*

기원법단수 ψιλογράφοιμι

ψιλογράφοις

ψιλογράφοι

쌍수 ψιλογράφοιτον

ψιλογραφοίτην

복수 ψιλογράφοιμεν

ψιλογράφοιτε

ψιλογράφοιεν

명령법단수 ψιλογρᾶφει

ψιλογραφεῖτω

쌍수 ψιλογράφειτον

ψιλογραφεῖτων

복수 ψιλογράφειτε

ψιλογραφοῦντων, ψιλογραφεῖτωσαν

부정사 ψιλογράφειν

분사 남성여성중성
ψιλογραφων

ψιλογραφουντος

ψιλογραφουσα

ψιλογραφουσης

ψιλογραφουν

ψιλογραφουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ψιλογράφουμαι

ψιλογράφει, ψιλογράφῃ

ψιλογράφειται

쌍수 ψιλογράφεισθον

ψιλογράφεισθον

복수 ψιλογραφοῦμεθα

ψιλογράφεισθε

ψιλογράφουνται

접속법단수 ψιλογράφωμαι

ψιλογράφῃ

ψιλογράφηται

쌍수 ψιλογράφησθον

ψιλογράφησθον

복수 ψιλογραφώμεθα

ψιλογράφησθε

ψιλογράφωνται

기원법단수 ψιλογραφοίμην

ψιλογράφοιο

ψιλογράφοιτο

쌍수 ψιλογράφοισθον

ψιλογραφοίσθην

복수 ψιλογραφοίμεθα

ψιλογράφοισθε

ψιλογράφοιντο

명령법단수 ψιλογράφου

ψιλογραφεῖσθω

쌍수 ψιλογράφεισθον

ψιλογραφεῖσθων

복수 ψιλογράφεισθε

ψιλογραφεῖσθων, ψιλογραφεῖσθωσαν

부정사 ψιλογράφεισθαι

분사 남성여성중성
ψιλογραφουμενος

ψιλογραφουμενου

ψιλογραφουμενη

ψιλογραφουμενης

ψιλογραφουμενον

ψιλογραφουμενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION