Ancient Greek-English Dictionary Language

ὑπόβλητος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ὑπόβλητος ὑπόβλητον

Structure: ὑποβλητ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: u(poba/llw

Sense

  1. put in another's place, counterfeit, suborned, false

Examples

  • ὕστερον δὲ τῶν γειτνιώντων πλουσίων ὑποβλήτοισ προσώποισ μεταφερόντων τὰσ μισθώσεισ εἰσ ἑαυτούσ, τέλοσ δὲ φανερῶσ ἤδη δι’ ἑαυτῶν τὰ πλεῖστα κατεχόντων, ἐξωσθέντεσ οἱ πένητεσ οὔτε ταῖσ στρατείαισ ἔτι προθύμουσ παρεῖχον ἑαυτούσ, ἠμέλουν τε παίδων ἀνατροφῆσ, ὥστε ταχὺ τὴν Ἰταλίαν ἅπασαν ὀλιγανδρίασ ἐλευθέρων αἰσθέσθαι, δεσμωτηρίων δὲ βαρβαρικῶν ἐμπεπλῆσθαι, δι’ ὧν ἐγεώργουν οἱ πλούσιοι τὰ χωρία, τοὺσ πολίτασ ἐξελάσαντεσ. (Plutarch, Tiberius Gracchus, chapter 8 3:1)

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION