헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συναποδοκιμάζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συναποδοκιμάζω συναποδοκιμάσω

형태분석: συν (접두사) + ἀποδοκιμάζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to join in reprobating

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συναποδοκιμάζω

συναποδοκιμάζεις

συναποδοκιμάζει

쌍수 συναποδοκιμάζετον

συναποδοκιμάζετον

복수 συναποδοκιμάζομεν

συναποδοκιμάζετε

συναποδοκιμάζουσιν*

접속법단수 συναποδοκιμάζω

συναποδοκιμάζῃς

συναποδοκιμάζῃ

쌍수 συναποδοκιμάζητον

συναποδοκιμάζητον

복수 συναποδοκιμάζωμεν

συναποδοκιμάζητε

συναποδοκιμάζωσιν*

기원법단수 συναποδοκιμάζοιμι

συναποδοκιμάζοις

συναποδοκιμάζοι

쌍수 συναποδοκιμάζοιτον

συναποδοκιμαζοίτην

복수 συναποδοκιμάζοιμεν

συναποδοκιμάζοιτε

συναποδοκιμάζοιεν

명령법단수 συναποδοκίμαζε

συναποδοκιμαζέτω

쌍수 συναποδοκιμάζετον

συναποδοκιμαζέτων

복수 συναποδοκιμάζετε

συναποδοκιμαζόντων, συναποδοκιμαζέτωσαν

부정사 συναποδοκιμάζειν

분사 남성여성중성
συναποδοκιμαζων

συναποδοκιμαζοντος

συναποδοκιμαζουσα

συναποδοκιμαζουσης

συναποδοκιμαζον

συναποδοκιμαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συναποδοκιμάζομαι

συναποδοκιμάζει, συναποδοκιμάζῃ

συναποδοκιμάζεται

쌍수 συναποδοκιμάζεσθον

συναποδοκιμάζεσθον

복수 συναποδοκιμαζόμεθα

συναποδοκιμάζεσθε

συναποδοκιμάζονται

접속법단수 συναποδοκιμάζωμαι

συναποδοκιμάζῃ

συναποδοκιμάζηται

쌍수 συναποδοκιμάζησθον

συναποδοκιμάζησθον

복수 συναποδοκιμαζώμεθα

συναποδοκιμάζησθε

συναποδοκιμάζωνται

기원법단수 συναποδοκιμαζοίμην

συναποδοκιμάζοιο

συναποδοκιμάζοιτο

쌍수 συναποδοκιμάζοισθον

συναποδοκιμαζοίσθην

복수 συναποδοκιμαζοίμεθα

συναποδοκιμάζοισθε

συναποδοκιμάζοιντο

명령법단수 συναποδοκιμάζου

συναποδοκιμαζέσθω

쌍수 συναποδοκιμάζεσθον

συναποδοκιμαζέσθων

복수 συναποδοκιμάζεσθε

συναποδοκιμαζέσθων, συναποδοκιμαζέσθωσαν

부정사 συναποδοκιμάζεσθαι

분사 남성여성중성
συναποδοκιμαζομενος

συναποδοκιμαζομενου

συναποδοκιμαζομενη

συναποδοκιμαζομενης

συναποδοκιμαζομενον

συναποδοκιμαζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συναποδοκιμάσω

συναποδοκιμάσεις

συναποδοκιμάσει

쌍수 συναποδοκιμάσετον

συναποδοκιμάσετον

복수 συναποδοκιμάσομεν

συναποδοκιμάσετε

συναποδοκιμάσουσιν*

기원법단수 συναποδοκιμάσοιμι

συναποδοκιμάσοις

συναποδοκιμάσοι

쌍수 συναποδοκιμάσοιτον

συναποδοκιμασοίτην

복수 συναποδοκιμάσοιμεν

συναποδοκιμάσοιτε

συναποδοκιμάσοιεν

부정사 συναποδοκιμάσειν

분사 남성여성중성
συναποδοκιμασων

συναποδοκιμασοντος

συναποδοκιμασουσα

συναποδοκιμασουσης

συναποδοκιμασον

συναποδοκιμασοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συναποδοκιμάσομαι

συναποδοκιμάσει, συναποδοκιμάσῃ

συναποδοκιμάσεται

쌍수 συναποδοκιμάσεσθον

συναποδοκιμάσεσθον

복수 συναποδοκιμασόμεθα

συναποδοκιμάσεσθε

συναποδοκιμάσονται

기원법단수 συναποδοκιμασοίμην

συναποδοκιμάσοιο

συναποδοκιμάσοιτο

쌍수 συναποδοκιμάσοισθον

συναποδοκιμασοίσθην

복수 συναποδοκιμασοίμεθα

συναποδοκιμάσοισθε

συναποδοκιμάσοιντο

부정사 συναποδοκιμάσεσθαι

분사 남성여성중성
συναποδοκιμασομενος

συναποδοκιμασομενου

συναποδοκιμασομενη

συναποδοκιμασομενης

συναποδοκιμασομενον

συναποδοκιμασομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION