헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

σαρκίζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: σαρκίζω

형태분석: σαρκίζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to strip off the flesh, scrape it out

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σαρκίζω

σαρκίζεις

σαρκίζει

쌍수 σαρκίζετον

σαρκίζετον

복수 σαρκίζομεν

σαρκίζετε

σαρκίζουσιν*

접속법단수 σαρκίζω

σαρκίζῃς

σαρκίζῃ

쌍수 σαρκίζητον

σαρκίζητον

복수 σαρκίζωμεν

σαρκίζητε

σαρκίζωσιν*

기원법단수 σαρκίζοιμι

σαρκίζοις

σαρκίζοι

쌍수 σαρκίζοιτον

σαρκιζοίτην

복수 σαρκίζοιμεν

σαρκίζοιτε

σαρκίζοιεν

명령법단수 σάρκιζε

σαρκιζέτω

쌍수 σαρκίζετον

σαρκιζέτων

복수 σαρκίζετε

σαρκιζόντων, σαρκιζέτωσαν

부정사 σαρκίζειν

분사 남성여성중성
σαρκιζων

σαρκιζοντος

σαρκιζουσα

σαρκιζουσης

σαρκιζον

σαρκιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σαρκίζομαι

σαρκίζει, σαρκίζῃ

σαρκίζεται

쌍수 σαρκίζεσθον

σαρκίζεσθον

복수 σαρκιζόμεθα

σαρκίζεσθε

σαρκίζονται

접속법단수 σαρκίζωμαι

σαρκίζῃ

σαρκίζηται

쌍수 σαρκίζησθον

σαρκίζησθον

복수 σαρκιζώμεθα

σαρκίζησθε

σαρκίζωνται

기원법단수 σαρκιζοίμην

σαρκίζοιο

σαρκίζοιτο

쌍수 σαρκίζοισθον

σαρκιζοίσθην

복수 σαρκιζοίμεθα

σαρκίζοισθε

σαρκίζοιντο

명령법단수 σαρκίζου

σαρκιζέσθω

쌍수 σαρκίζεσθον

σαρκιζέσθων

복수 σαρκίζεσθε

σαρκιζέσθων, σαρκιζέσθωσαν

부정사 σαρκίζεσθαι

분사 남성여성중성
σαρκιζομενος

σαρκιζομενου

σαρκιζομενη

σαρκιζομενης

σαρκιζομενον

σαρκιζομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION