고전 발음: [] 신약 발음: []
Principal Part: προσδιορθόομαι
Structure: προσδιορθό (Stem) + ομαι (Ending)
Middle/Passive | ||||
---|---|---|---|---|
1st person | 2nd person | 3rd person | ||
Indicative | Singular | προσδιόρθουμαι | προσδιόρθοι | προσδιόρθουται |
Dual | προσδιόρθουσθον | προσδιόρθουσθον | ||
Plural | προσδιορθοῦμεθα | προσδιόρθουσθε | προσδιόρθουνται | |
Subjunctive | Singular | προσδιόρθωμαι | προσδιόρθοι | προσδιόρθωται |
Dual | προσδιόρθωσθον | προσδιόρθωσθον | ||
Plural | προσδιορθώμεθα | προσδιόρθωσθε | προσδιόρθωνται | |
Optative | Singular | προσδιορθοίμην | προσδιόρθοιο | προσδιόρθοιτο |
Dual | προσδιόρθοισθον | προσδιορθοίσθην | ||
Plural | προσδιορθοίμεθα | προσδιόρθοισθε | προσδιόρθοιντο | |
Imperative | Singular | προσδιόρθου | προσδιορθοῦσθω | |
Dual | προσδιόρθουσθον | προσδιορθοῦσθων | ||
Plural | προσδιόρθουσθε | προσδιορθοῦσθων, προσδιορθοῦσθωσαν | ||
Infinitive | προσδιόρθουσθαι | |||
Participle | Masculine | Feminine | Neuter | |
προσδιορθουμενος προσδιορθουμενου | προσδιορθουμενη προσδιορθουμενης | προσδιορθουμενον προσδιορθουμενου |
Middle/Passive | ||||
---|---|---|---|---|
1st person | 2nd person | 3rd person | ||
Indicative | Singular | ἐπροσδιορθοῦμην | ἐπροσδιόρθου | ἐπροσδιόρθουτο |
Dual | ἐπροσδιόρθουσθον | ἐπροσδιορθοῦσθην | ||
Plural | ἐπροσδιορθοῦμεθα | ἐπροσδιόρθουσθε | ἐπροσδιόρθουντο |
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.
Find this word at Perseus Greek Word Study Tool고전 발음: [] 신약 발음: []
이 저작물은 크리에이티브 커먼즈 저작자표시-비영리 4.0 국제 라이선스에 따라 이용할 수 있습니다.
bab2min@gmail.com
호흡부호 보기
강세부호 보기
장단부호 보기
작은 Iota 보기
모든 부호 보기