Ancient Greek-English Dictionary Language

προσδιορίζω

Non-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: προσδιορίζω προσδιοριῶ

Structure: προς (Prefix) + διορίζ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to define or specify besides

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προσδιορίζω προσδιορίζεις προσδιορίζει
Dual προσδιορίζετον προσδιορίζετον
Plural προσδιορίζομεν προσδιορίζετε προσδιορίζουσιν*
SubjunctiveSingular προσδιορίζω προσδιορίζῃς προσδιορίζῃ
Dual προσδιορίζητον προσδιορίζητον
Plural προσδιορίζωμεν προσδιορίζητε προσδιορίζωσιν*
OptativeSingular προσδιορίζοιμι προσδιορίζοις προσδιορίζοι
Dual προσδιορίζοιτον προσδιοριζοίτην
Plural προσδιορίζοιμεν προσδιορίζοιτε προσδιορίζοιεν
ImperativeSingular προσδιόριζε προσδιοριζέτω
Dual προσδιορίζετον προσδιοριζέτων
Plural προσδιορίζετε προσδιοριζόντων, προσδιοριζέτωσαν
Infinitive προσδιορίζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
προσδιοριζων προσδιοριζοντος προσδιοριζουσα προσδιοριζουσης προσδιοριζον προσδιοριζοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προσδιορίζομαι προσδιορίζει, προσδιορίζῃ προσδιορίζεται
Dual προσδιορίζεσθον προσδιορίζεσθον
Plural προσδιοριζόμεθα προσδιορίζεσθε προσδιορίζονται
SubjunctiveSingular προσδιορίζωμαι προσδιορίζῃ προσδιορίζηται
Dual προσδιορίζησθον προσδιορίζησθον
Plural προσδιοριζώμεθα προσδιορίζησθε προσδιορίζωνται
OptativeSingular προσδιοριζοίμην προσδιορίζοιο προσδιορίζοιτο
Dual προσδιορίζοισθον προσδιοριζοίσθην
Plural προσδιοριζοίμεθα προσδιορίζοισθε προσδιορίζοιντο
ImperativeSingular προσδιορίζου προσδιοριζέσθω
Dual προσδιορίζεσθον προσδιοριζέσθων
Plural προσδιορίζεσθε προσδιοριζέσθων, προσδιοριζέσθωσαν
Infinitive προσδιορίζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
προσδιοριζομενος προσδιοριζομενου προσδιοριζομενη προσδιοριζομενης προσδιοριζομενον προσδιοριζομενου

Future tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προσδιορίω προσδιορίεις προσδιορίει
Dual προσδιορίειτον προσδιορίειτον
Plural προσδιορίουμεν προσδιορίειτε προσδιορίουσιν*
OptativeSingular προσδιορίοιμι προσδιορίοις προσδιορίοι
Dual προσδιορίοιτον προσδιοριοίτην
Plural προσδιορίοιμεν προσδιορίοιτε προσδιορίοιεν
Infinitive προσδιορίειν
Participle MasculineFeminineNeuter
προσδιοριων προσδιοριουντος προσδιοριουσα προσδιοριουσης προσδιοριουν προσδιοριουντος
Middle
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προσδιορίουμαι προσδιορίει, προσδιορίῃ προσδιορίειται
Dual προσδιορίεισθον προσδιορίεισθον
Plural προσδιοριοῦμεθα προσδιορίεισθε προσδιορίουνται
OptativeSingular προσδιοριοίμην προσδιορίοιο προσδιορίοιτο
Dual προσδιορίοισθον προσδιοριοίσθην
Plural προσδιοριοίμεθα προσδιορίοισθε προσδιορίοιντο
Infinitive προσδιορίεισθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
προσδιοριουμενος προσδιοριουμενου προσδιοριουμενη προσδιοριουμενης προσδιοριουμενον προσδιοριουμενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION