고전 발음: [] 신약 발음: []
기본형: προφοβητικός προφοβητική προφοβητικόν
형태분석: προφοβητικ (어간) + ος (어미)
| 남성 | 여성 | 중성 | ||
|---|---|---|---|---|
| 단수 | 주격 | προφοβητικός (이)가 | προφοβητική (이)가 | προφοβητικόν (것)가 |
| 속격 | προφοβητικοῦ (이)의 | προφοβητικῆς (이)의 | προφοβητικοῦ (것)의 | |
| 여격 | προφοβητικῷ (이)에게 | προφοβητικῇ (이)에게 | προφοβητικῷ (것)에게 | |
| 대격 | προφοβητικόν (이)를 | προφοβητικήν (이)를 | προφοβητικόν (것)를 | |
| 호격 | προφοβητικέ (이)야 | προφοβητική (이)야 | προφοβητικόν (것)야 | |
| 쌍수 | 주/대/호 | προφοβητικώ (이)들이 | προφοβητικᾱ́ (이)들이 | προφοβητικώ (것)들이 |
| 속/여 | προφοβητικοῖν (이)들의 | προφοβητικαῖν (이)들의 | προφοβητικοῖν (것)들의 | |
| 복수 | 주격 | προφοβητικοί (이)들이 | προφοβητικαί (이)들이 | προφοβητικά (것)들이 |
| 속격 | προφοβητικῶν (이)들의 | προφοβητικῶν (이)들의 | προφοβητικῶν (것)들의 | |
| 여격 | προφοβητικοῖς (이)들에게 | προφοβητικαῖς (이)들에게 | προφοβητικοῖς (것)들에게 | |
| 대격 | προφοβητικούς (이)들을 | προφοβητικᾱ́ς (이)들을 | προφοβητικά (것)들을 | |
| 호격 | προφοβητικοί (이)들아 | προφοβητικαί (이)들아 | προφοβητικά (것)들아 | |
| 원급 | 비교급 | 최상급 | |
|---|---|---|---|
| 형용사 |
προφοβητικός προφοβητικοῦ (이)의 |
προφοβητικότερος προφοβητικοτεροῦ 더 (이)의 |
προφοβητικότατος προφοβητικοτατοῦ 가장 (이)의 |
| 부사 | προφοβητικώς | προφοβητικότερον | προφοβητικότατα |
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.
이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기고전 발음: [] 신약 발음: []
호흡부호 보기
강세부호 보기
장단부호 보기
작은 Iota 보기
모든 부호 보기