고전 발음: [] 신약 발음: []
기본형: προφοβητικός προφοβητική προφοβητικόν
형태분석: προφοβητικ (어간) + ος (어미)
| 남성 | 여성 | 중성 | ||
|---|---|---|---|---|
| 단수 | 주격 | προφοβητικός (이)가 | προφοβητική (이)가 | προφοβητικόν (것)가 |
| 속격 | προφοβητικοῦ (이)의 | προφοβητικῆς (이)의 | προφοβητικοῦ (것)의 | |
| 여격 | προφοβητικῷ (이)에게 | προφοβητικῇ (이)에게 | προφοβητικῷ (것)에게 | |
| 대격 | προφοβητικόν (이)를 | προφοβητικήν (이)를 | προφοβητικόν (것)를 | |
| 호격 | προφοβητικέ (이)야 | προφοβητική (이)야 | προφοβητικόν (것)야 | |
| 쌍수 | 주/대/호 | προφοβητικώ (이)들이 | προφοβητικᾱ́ (이)들이 | προφοβητικώ (것)들이 |
| 속/여 | προφοβητικοῖν (이)들의 | προφοβητικαῖν (이)들의 | προφοβητικοῖν (것)들의 | |
| 복수 | 주격 | προφοβητικοί (이)들이 | προφοβητικαί (이)들이 | προφοβητικά (것)들이 |
| 속격 | προφοβητικῶν (이)들의 | προφοβητικῶν (이)들의 | προφοβητικῶν (것)들의 | |
| 여격 | προφοβητικοῖς (이)들에게 | προφοβητικαῖς (이)들에게 | προφοβητικοῖς (것)들에게 | |
| 대격 | προφοβητικούς (이)들을 | προφοβητικᾱ́ς (이)들을 | προφοβητικά (것)들을 | |
| 호격 | προφοβητικοί (이)들아 | προφοβητικαί (이)들아 | προφοβητικά (것)들아 | |
| 원급 | 비교급 | 최상급 | |
|---|---|---|---|
| 형용사 |
προφοβητικός προφοβητικοῦ (이)의 |
προφοβητικότερος προφοβητικοτεροῦ 더 (이)의 |
προφοβητικότατος προφοβητικοτατοῦ 가장 (이)의 |
| 부사 | προφοβητικώς | προφοβητικότερον | προφοβητικότατα |
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
(아리스토텔레스, 수사학, Book 2, chapter 13 7:1)
출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.
이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기고전 발음: [] 신약 발음: []
호흡부호 보기
강세부호 보기
장단부호 보기
작은 Iota 보기
모든 부호 보기