고전 발음: [] 신약 발음: []
기본형: προβατευτικός προβατευτική προβατευτικόν
형태분석: προβατευτικ (어간) + ος (어미)
| 남성 | 여성 | 중성 | ||
|---|---|---|---|---|
| 단수 | 주격 | προβατευτικός (이)가 | προβατευτική (이)가 | προβατευτικόν (것)가 |
| 속격 | προβατευτικοῦ (이)의 | προβατευτικῆς (이)의 | προβατευτικοῦ (것)의 | |
| 여격 | προβατευτικῷ (이)에게 | προβατευτικῇ (이)에게 | προβατευτικῷ (것)에게 | |
| 대격 | προβατευτικόν (이)를 | προβατευτικήν (이)를 | προβατευτικόν (것)를 | |
| 호격 | προβατευτικέ (이)야 | προβατευτική (이)야 | προβατευτικόν (것)야 | |
| 쌍수 | 주/대/호 | προβατευτικώ (이)들이 | προβατευτικᾱ́ (이)들이 | προβατευτικώ (것)들이 |
| 속/여 | προβατευτικοῖν (이)들의 | προβατευτικαῖν (이)들의 | προβατευτικοῖν (것)들의 | |
| 복수 | 주격 | προβατευτικοί (이)들이 | προβατευτικαί (이)들이 | προβατευτικά (것)들이 |
| 속격 | προβατευτικῶν (이)들의 | προβατευτικῶν (이)들의 | προβατευτικῶν (것)들의 | |
| 여격 | προβατευτικοῖς (이)들에게 | προβατευτικαῖς (이)들에게 | προβατευτικοῖς (것)들에게 | |
| 대격 | προβατευτικούς (이)들을 | προβατευτικᾱ́ς (이)들을 | προβατευτικά (것)들을 | |
| 호격 | προβατευτικοί (이)들아 | προβατευτικαί (이)들아 | προβατευτικά (것)들아 | |
| 원급 | 비교급 | 최상급 | |
|---|---|---|---|
| 형용사 |
προβατευτικός προβατευτικοῦ (이)의 |
προβατευτικότερος προβατευτικοτεροῦ 더 (이)의 |
προβατευτικότατος προβατευτικοτατοῦ 가장 (이)의 |
| 부사 | προβατευτικώς | προβατευτικότερον | προβατευτικότατα |
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
(크세노폰, Works on Socrates,
출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.
이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기고전 발음: [] 신약 발음: []
호흡부호 보기
강세부호 보기
장단부호 보기
작은 Iota 보기
모든 부호 보기