헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ποδαγρός

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ποδαγρός

형태분석: ποδαγρ (어간) + ος (어미)

  1. gouty

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 ποδαγρός

(이)가

ποδαγρᾱ́

(이)가

πόδαγρον

(것)가

속격 ποδαγροῦ

(이)의

ποδαγρᾶς

(이)의

ποδάγρου

(것)의

여격 ποδαγρῷ

(이)에게

ποδαγρᾷ

(이)에게

ποδάγρῳ

(것)에게

대격 ποδαγρόν

(이)를

ποδαγρᾱ́ν

(이)를

πόδαγρον

(것)를

호격 ποδαγρέ

(이)야

ποδαγρᾱ́

(이)야

πόδαγρον

(것)야

쌍수주/대/호 ποδαγρώ

(이)들이

ποδαγρᾱ́

(이)들이

ποδάγρω

(것)들이

속/여 ποδαγροῖν

(이)들의

ποδαγραῖν

(이)들의

ποδάγροιν

(것)들의

복수주격 ποδαγροί

(이)들이

ποδαγραί

(이)들이

πόδαγρα

(것)들이

속격 ποδαγρῶν

(이)들의

ποδαγρῶν

(이)들의

ποδάγρων

(것)들의

여격 ποδαγροῖς

(이)들에게

ποδαγραῖς

(이)들에게

ποδάγροις

(것)들에게

대격 ποδαγρούς

(이)들을

ποδαγρᾱ́ς

(이)들을

πόδαγρα

(것)들을

호격 ποδαγροί

(이)들아

ποδαγραί

(이)들아

πόδαγρα

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • Ὦ στυγνὸν οὔνομ̓, ὦ θεοῖσ στυγούμενον, Ποδάγρα, πολυστένακτε, Κωκυτοῦ τέκνον, ἣν Ταρτάρου κευθμῶσιν ἐν βαθυσκίοισ Μέγαιῤ Ἐρινὺσ γαστρὸσ ἐξεγείνατο μαζοῖσί τ̓ ἐξέθρεψε, καὶ πικρῷ βρέφει εἰσ χεῖλοσ ἐστάλαξεν Ἀλληκτὼ γάλα, τίσ τὴν δυσώνυμόν σε δαιμόνων ἄρα εἰσ φῶσ ἀνῆκεν; (Lucian, 1)

    (루키아노스, 1)

  • ἡμεῖσ δὲ σοί, Ποδάγρα, πρώταισ ἐάροσ ἐν ὡρ́αισ μύσται τελοῦμεν οἴκτουσ, ὅτε πᾶσ χλοητόκοισι ποίαισ τέθηλε λειμών, Ζεφύρου δὲ δένδρα πνοιαῖσ ἁπαλοῖσ κομᾷ πετήλοισ, ἁ δύσγαμοσ κατ̓ οἴκουσ μερόπων θροεῖ χελιδών, καὶ νυκτέροισ καθ̓ ὕλαν τὸν Ἴτυν στένει δακρύουσ1̓ Ἀτθὶσ γόοισ ἀηδών. (Lucian, 9)

    (루키아노스, 9)

  • ἐπεὶ τούτῳ γε τῷ λόγῳ χρώμενοι λέγομεν ὅτι κουφότερόν ἐστιν ὀφθαλμία μανίασ καὶ ποδάγρα φρενίτιδοσ, ὁ μὲν γὰρ αἰσθάνεται καὶ καλεῖ τὸν ἰατρὸν κεκραγώσ, καὶ παρόντι τὴν ὄψιν ἀλεῖψαι, τὴν φλέβα τεμεῖν, παραδίδωσιν τῆσ δὲ μαινομένησ Ἀγαύησ ἀκούεισ ὑπὸ τοῦ πάθουσ τὰ φίλτατ’ ἠγνοηκυίασ, ἄγομεν ἐξ· (Plutarch, Animine an corporis affectiones sint peiores, section 3 1:2)

    (플루타르코스, Animine an corporis affectiones sint peiores, section 3 1:2)

  • ἐπεὶ τούτῳ γε τῷ λόγῳ χρώμενοι λέγομεν, ὅτι κουφότερόν ἐστιν ὀφθαλμία μανίασ καὶ ποδάγρα φρενίτιδοσ. (Plutarch, Animine an corporis affectiones sint peiores, section 3 3:2)

    (플루타르코스, Animine an corporis affectiones sint peiores, section 3 3:2)

  • ὡρ́α λέγειν αὐτοῖσ ὅτι καὶ φθίσισ γέγονεν ἀνθρώπῳ πρὸσ εὐεξίαν καὶ ποδάγρα πρὸσ ὠκύτητα καὶ οὐκ ἂν ἦν Ἀχιλλεὺσ κομήτησ, εἰ μὴ φαλακρὸσ Θερσίτησ. (Plutarch, De communibus notitiis adversus Stoicos, section 13 7:1)

    (플루타르코스, De communibus notitiis adversus Stoicos, section 13 7:1)

유의어

  1. gouty

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION