고전 발음: [] 신약 발음: []
Principal Part: πιλοφορικός πιλοφορική πιλοφορικόν
Structure: πιλοφορικ (Stem) + ος (Ending)
| Masculine | Feminine | Neuter | ||
|---|---|---|---|---|
| Singular | Nominative | πιλοφορικός | πιλοφορική | πιλοφορικόν |
| Genitive | πιλοφορικοῦ | πιλοφορικῆς | πιλοφορικοῦ | |
| Dative | πιλοφορικῷ | πιλοφορικῇ | πιλοφορικῷ | |
| Accusative | πιλοφορικόν | πιλοφορικήν | πιλοφορικόν | |
| Vocative | πιλοφορικέ | πιλοφορική | πιλοφορικόν | |
| Dual | N/A/V | πιλοφορικώ | πιλοφορικᾱ́ | πιλοφορικώ |
| G/D | πιλοφορικοῖν | πιλοφορικαῖν | πιλοφορικοῖν | |
| Plural | Nominative | πιλοφορικοί | πιλοφορικαί | πιλοφορικά |
| Genitive | πιλοφορικῶν | πιλοφορικῶν | πιλοφορικῶν | |
| Dative | πιλοφορικοῖς | πιλοφορικαῖς | πιλοφορικοῖς | |
| Accusative | πιλοφορικούς | πιλοφορικᾱ́ς | πιλοφορικά | |
| Vocative | πιλοφορικοί | πιλοφορικαί | πιλοφορικά | |
| Positive | Comparative | Superlative | |
|---|---|---|---|
| Adjective | πιλοφορικός πιλοφορικοῦ | πιλοφορικώτερος πιλοφορικωτεροῦ | πιλοφορικώτατος πιλοφορικωτατοῦ |
| Adverb | πιλοφορικώς | πιλοφορικώτερον | πιλοφορικώτατα |
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.
Find this word at Perseus Greek Word Study Tool고전 발음: [] 신약 발음: []

이 저작물은 크리에이티브 커먼즈 저작자표시-비영리 4.0 국제 라이선스에 따라 이용할 수 있습니다.
bab2min@gmail.com
호흡부호 보기
강세부호 보기
장단부호 보기
작은 Iota 보기
모든 부호 보기