고전 발음: [] 신약 발음: []
Principal Part: παραμυθητικός παραμυθητική παραμυθητικόν
Structure: παραμυθητικ (Stem) + ος (Ending)
| Masculine | Feminine | Neuter | ||
|---|---|---|---|---|
| Singular | Nominative | παραμυθητικός | παραμυθητική | παραμυθητικόν |
| Genitive | παραμυθητικοῦ | παραμυθητικῆς | παραμυθητικοῦ | |
| Dative | παραμυθητικῷ | παραμυθητικῇ | παραμυθητικῷ | |
| Accusative | παραμυθητικόν | παραμυθητικήν | παραμυθητικόν | |
| Vocative | παραμυθητικέ | παραμυθητική | παραμυθητικόν | |
| Dual | N/A/V | παραμυθητικώ | παραμυθητικᾱ́ | παραμυθητικώ |
| G/D | παραμυθητικοῖν | παραμυθητικαῖν | παραμυθητικοῖν | |
| Plural | Nominative | παραμυθητικοί | παραμυθητικαί | παραμυθητικά |
| Genitive | παραμυθητικῶν | παραμυθητικῶν | παραμυθητικῶν | |
| Dative | παραμυθητικοῖς | παραμυθητικαῖς | παραμυθητικοῖς | |
| Accusative | παραμυθητικούς | παραμυθητικᾱ́ς | παραμυθητικά | |
| Vocative | παραμυθητικοί | παραμυθητικαί | παραμυθητικά | |
| Positive | Comparative | Superlative | |
|---|---|---|---|
| Adjective | παραμυθητικός παραμυθητικοῦ | παραμυθητικότερος παραμυθητικοτεροῦ | παραμυθητικότατος παραμυθητικοτατοῦ |
| Adverb | παραμυθητικώς | παραμυθητικότερον | παραμυθητικότατα |
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.
Find this word at Perseus Greek Word Study Tool고전 발음: [] 신약 발음: []

이 저작물은 크리에이티브 커먼즈 저작자표시-비영리 4.0 국제 라이선스에 따라 이용할 수 있습니다.
bab2min@gmail.com
호흡부호 보기
강세부호 보기
장단부호 보기
작은 Iota 보기
모든 부호 보기