헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

παρακινητικός

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: παρακινητικός παρακινητική παρακινητικόν

형태분석: παρακινητικ (어간) + ος (어미)

어원: from paraki_ne/w

  1. inclined to insanity, to shew symptoms of insanity

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 παρακινητικός

(이)가

παρακινητική

(이)가

παρακινητικόν

(것)가

속격 παρακινητικοῦ

(이)의

παρακινητικῆς

(이)의

παρακινητικοῦ

(것)의

여격 παρακινητικῷ

(이)에게

παρακινητικῇ

(이)에게

παρακινητικῷ

(것)에게

대격 παρακινητικόν

(이)를

παρακινητικήν

(이)를

παρακινητικόν

(것)를

호격 παρακινητικέ

(이)야

παρακινητική

(이)야

παρακινητικόν

(것)야

쌍수주/대/호 παρακινητικώ

(이)들이

παρακινητικᾱ́

(이)들이

παρακινητικώ

(것)들이

속/여 παρακινητικοῖν

(이)들의

παρακινητικαῖν

(이)들의

παρακινητικοῖν

(것)들의

복수주격 παρακινητικοί

(이)들이

παρακινητικαί

(이)들이

παρακινητικά

(것)들이

속격 παρακινητικῶν

(이)들의

παρακινητικῶν

(이)들의

παρακινητικῶν

(것)들의

여격 παρακινητικοῖς

(이)들에게

παρακινητικαῖς

(이)들에게

παρακινητικοῖς

(것)들에게

대격 παρακινητικούς

(이)들을

παρακινητικᾱ́ς

(이)들을

παρακινητικά

(것)들을

호격 παρακινητικοί

(이)들아

παρακινητικαί

(이)들아

παρακινητικά

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION