Ancient Greek-English Dictionary Language

παραγκωνίζω

Non-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: παραγκωνίζω παραγκωνίσω

Structure: παραγκωνίζ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to set the arms a-kimbo, to push aside with the elbows, elbow

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular παραγκωνίζω παραγκωνίζεις παραγκωνίζει
Dual παραγκωνίζετον παραγκωνίζετον
Plural παραγκωνίζομεν παραγκωνίζετε παραγκωνίζουσιν*
SubjunctiveSingular παραγκωνίζω παραγκωνίζῃς παραγκωνίζῃ
Dual παραγκωνίζητον παραγκωνίζητον
Plural παραγκωνίζωμεν παραγκωνίζητε παραγκωνίζωσιν*
OptativeSingular παραγκωνίζοιμι παραγκωνίζοις παραγκωνίζοι
Dual παραγκωνίζοιτον παραγκωνιζοίτην
Plural παραγκωνίζοιμεν παραγκωνίζοιτε παραγκωνίζοιεν
ImperativeSingular παραγκώνιζε παραγκωνιζέτω
Dual παραγκωνίζετον παραγκωνιζέτων
Plural παραγκωνίζετε παραγκωνιζόντων, παραγκωνιζέτωσαν
Infinitive παραγκωνίζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
παραγκωνιζων παραγκωνιζοντος παραγκωνιζουσα παραγκωνιζουσης παραγκωνιζον παραγκωνιζοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular παραγκωνίζομαι παραγκωνίζει, παραγκωνίζῃ παραγκωνίζεται
Dual παραγκωνίζεσθον παραγκωνίζεσθον
Plural παραγκωνιζόμεθα παραγκωνίζεσθε παραγκωνίζονται
SubjunctiveSingular παραγκωνίζωμαι παραγκωνίζῃ παραγκωνίζηται
Dual παραγκωνίζησθον παραγκωνίζησθον
Plural παραγκωνιζώμεθα παραγκωνίζησθε παραγκωνίζωνται
OptativeSingular παραγκωνιζοίμην παραγκωνίζοιο παραγκωνίζοιτο
Dual παραγκωνίζοισθον παραγκωνιζοίσθην
Plural παραγκωνιζοίμεθα παραγκωνίζοισθε παραγκωνίζοιντο
ImperativeSingular παραγκωνίζου παραγκωνιζέσθω
Dual παραγκωνίζεσθον παραγκωνιζέσθων
Plural παραγκωνίζεσθε παραγκωνιζέσθων, παραγκωνιζέσθωσαν
Infinitive παραγκωνίζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
παραγκωνιζομενος παραγκωνιζομενου παραγκωνιζομενη παραγκωνιζομενης παραγκωνιζομενον παραγκωνιζομενου

Future tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular παραγκωνίσω παραγκωνίσεις παραγκωνίσει
Dual παραγκωνίσετον παραγκωνίσετον
Plural παραγκωνίσομεν παραγκωνίσετε παραγκωνίσουσιν*
OptativeSingular παραγκωνίσοιμι παραγκωνίσοις παραγκωνίσοι
Dual παραγκωνίσοιτον παραγκωνισοίτην
Plural παραγκωνίσοιμεν παραγκωνίσοιτε παραγκωνίσοιεν
Infinitive παραγκωνίσειν
Participle MasculineFeminineNeuter
παραγκωνισων παραγκωνισοντος παραγκωνισουσα παραγκωνισουσης παραγκωνισον παραγκωνισοντος
Middle
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular παραγκωνίσομαι παραγκωνίσει, παραγκωνίσῃ παραγκωνίσεται
Dual παραγκωνίσεσθον παραγκωνίσεσθον
Plural παραγκωνισόμεθα παραγκωνίσεσθε παραγκωνίσονται
OptativeSingular παραγκωνισοίμην παραγκωνίσοιο παραγκωνίσοιτο
Dual παραγκωνίσοισθον παραγκωνισοίσθην
Plural παραγκωνισοίμεθα παραγκωνίσοισθε παραγκωνίσοιντο
Infinitive παραγκωνίσεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
παραγκωνισομενος παραγκωνισομενου παραγκωνισομενη παραγκωνισομενης παραγκωνισομενον παραγκωνισομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION