헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

πανουργέω

ε 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: πανουργέω

형태분석: πανουργέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 죄짓다, 범하다, 죄를 저지르다
  1. to play the knave or villain, the rogueries you are playing, having dared a, crime

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πανούργω

(나는) 죄짓는다

πανούργεις

(너는) 죄짓는다

πανούργει

(그는) 죄짓는다

쌍수 πανούργειτον

(너희 둘은) 죄짓는다

πανούργειτον

(그 둘은) 죄짓는다

복수 πανούργουμεν

(우리는) 죄짓는다

πανούργειτε

(너희는) 죄짓는다

πανούργουσιν*

(그들은) 죄짓는다

접속법단수 πανούργω

(나는) 죄짓자

πανούργῃς

(너는) 죄짓자

πανούργῃ

(그는) 죄짓자

쌍수 πανούργητον

(너희 둘은) 죄짓자

πανούργητον

(그 둘은) 죄짓자

복수 πανούργωμεν

(우리는) 죄짓자

πανούργητε

(너희는) 죄짓자

πανούργωσιν*

(그들은) 죄짓자

기원법단수 πανούργοιμι

(나는) 죄짓기를 (바라다)

πανούργοις

(너는) 죄짓기를 (바라다)

πανούργοι

(그는) 죄짓기를 (바라다)

쌍수 πανούργοιτον

(너희 둘은) 죄짓기를 (바라다)

πανουργοίτην

(그 둘은) 죄짓기를 (바라다)

복수 πανούργοιμεν

(우리는) 죄짓기를 (바라다)

πανούργοιτε

(너희는) 죄짓기를 (바라다)

πανούργοιεν

(그들은) 죄짓기를 (바라다)

명령법단수 πανοῦργει

(너는) 죄지어라

πανουργεῖτω

(그는) 죄지어라

쌍수 πανούργειτον

(너희 둘은) 죄지어라

πανουργεῖτων

(그 둘은) 죄지어라

복수 πανούργειτε

(너희는) 죄지어라

πανουργοῦντων, πανουργεῖτωσαν

(그들은) 죄지어라

부정사 πανούργειν

죄짓는 것

분사 남성여성중성
πανουργων

πανουργουντος

πανουργουσα

πανουργουσης

πανουργουν

πανουργουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πανούργουμαι

(나는) 죄지어진다

πανούργει, πανούργῃ

(너는) 죄지어진다

πανούργειται

(그는) 죄지어진다

쌍수 πανούργεισθον

(너희 둘은) 죄지어진다

πανούργεισθον

(그 둘은) 죄지어진다

복수 πανουργοῦμεθα

(우리는) 죄지어진다

πανούργεισθε

(너희는) 죄지어진다

πανούργουνται

(그들은) 죄지어진다

접속법단수 πανούργωμαι

(나는) 죄지어지자

πανούργῃ

(너는) 죄지어지자

πανούργηται

(그는) 죄지어지자

쌍수 πανούργησθον

(너희 둘은) 죄지어지자

πανούργησθον

(그 둘은) 죄지어지자

복수 πανουργώμεθα

(우리는) 죄지어지자

πανούργησθε

(너희는) 죄지어지자

πανούργωνται

(그들은) 죄지어지자

기원법단수 πανουργοίμην

(나는) 죄지어지기를 (바라다)

πανούργοιο

(너는) 죄지어지기를 (바라다)

πανούργοιτο

(그는) 죄지어지기를 (바라다)

쌍수 πανούργοισθον

(너희 둘은) 죄지어지기를 (바라다)

πανουργοίσθην

(그 둘은) 죄지어지기를 (바라다)

복수 πανουργοίμεθα

(우리는) 죄지어지기를 (바라다)

πανούργοισθε

(너희는) 죄지어지기를 (바라다)

πανούργοιντο

(그들은) 죄지어지기를 (바라다)

명령법단수 πανούργου

(너는) 죄지어져라

πανουργεῖσθω

(그는) 죄지어져라

쌍수 πανούργεισθον

(너희 둘은) 죄지어져라

πανουργεῖσθων

(그 둘은) 죄지어져라

복수 πανούργεισθε

(너희는) 죄지어져라

πανουργεῖσθων, πανουργεῖσθωσαν

(그들은) 죄지어져라

부정사 πανούργεισθαι

죄지어지는 것

분사 남성여성중성
πανουργουμενος

πανουργουμενου

πανουργουμενη

πανουργουμενης

πανουργουμενον

πανουργουμενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐπανοῦργουν

(나는) 죄짓고 있었다

ἐπανοῦργεις

(너는) 죄짓고 있었다

ἐπανοῦργειν*

(그는) 죄짓고 있었다

쌍수 ἐπανούργειτον

(너희 둘은) 죄짓고 있었다

ἐπανουργεῖτην

(그 둘은) 죄짓고 있었다

복수 ἐπανούργουμεν

(우리는) 죄짓고 있었다

ἐπανούργειτε

(너희는) 죄짓고 있었다

ἐπανοῦργουν

(그들은) 죄짓고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐπανουργοῦμην

(나는) 죄지어지고 있었다

ἐπανούργου

(너는) 죄지어지고 있었다

ἐπανούργειτο

(그는) 죄지어지고 있었다

쌍수 ἐπανούργεισθον

(너희 둘은) 죄지어지고 있었다

ἐπανουργεῖσθην

(그 둘은) 죄지어지고 있었다

복수 ἐπανουργοῦμεθα

(우리는) 죄지어지고 있었다

ἐπανούργεισθε

(너희는) 죄지어지고 있었다

ἐπανούργουντο

(그들은) 죄지어지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION