헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

οἰκουμενικός

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: οἰκουμενικός οἰκουμενική οἰκουμενικόν

형태분석: οἰκουμενικ (어간) + ος (어미)

  1. from or open to the whole world

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 οἰκουμενικός

(이)가

οἰκουμενική

(이)가

οἰκουμενικόν

(것)가

속격 οἰκουμενικοῦ

(이)의

οἰκουμενικῆς

(이)의

οἰκουμενικοῦ

(것)의

여격 οἰκουμενικῷ

(이)에게

οἰκουμενικῇ

(이)에게

οἰκουμενικῷ

(것)에게

대격 οἰκουμενικόν

(이)를

οἰκουμενικήν

(이)를

οἰκουμενικόν

(것)를

호격 οἰκουμενικέ

(이)야

οἰκουμενική

(이)야

οἰκουμενικόν

(것)야

쌍수주/대/호 οἰκουμενικώ

(이)들이

οἰκουμενικᾱ́

(이)들이

οἰκουμενικώ

(것)들이

속/여 οἰκουμενικοῖν

(이)들의

οἰκουμενικαῖν

(이)들의

οἰκουμενικοῖν

(것)들의

복수주격 οἰκουμενικοί

(이)들이

οἰκουμενικαί

(이)들이

οἰκουμενικά

(것)들이

속격 οἰκουμενικῶν

(이)들의

οἰκουμενικῶν

(이)들의

οἰκουμενικῶν

(것)들의

여격 οἰκουμενικοῖς

(이)들에게

οἰκουμενικαῖς

(이)들에게

οἰκουμενικοῖς

(것)들에게

대격 οἰκουμενικούς

(이)들을

οἰκουμενικᾱ́ς

(이)들을

οἰκουμενικά

(것)들을

호격 οἰκουμενικοί

(이)들아

οἰκουμενικαί

(이)들아

οἰκουμενικά

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION