Ancient Greek-English Dictionary Language

μυδροκτυπέω

ε-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: μυδροκτυπέω μυδροκτυπήσω

Structure: μυδροκτυπέ (Stem) + ω (Ending)

Etym.: from mudroktu/pos

Sense

  1. to forge red-hot iron

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular μυδροκτύπω μυδροκτύπεις μυδροκτύπει
Dual μυδροκτύπειτον μυδροκτύπειτον
Plural μυδροκτύπουμεν μυδροκτύπειτε μυδροκτύπουσιν*
SubjunctiveSingular μυδροκτύπω μυδροκτύπῃς μυδροκτύπῃ
Dual μυδροκτύπητον μυδροκτύπητον
Plural μυδροκτύπωμεν μυδροκτύπητε μυδροκτύπωσιν*
OptativeSingular μυδροκτύποιμι μυδροκτύποις μυδροκτύποι
Dual μυδροκτύποιτον μυδροκτυποίτην
Plural μυδροκτύποιμεν μυδροκτύποιτε μυδροκτύποιεν
ImperativeSingular μυδροκτῦπει μυδροκτυπεῖτω
Dual μυδροκτύπειτον μυδροκτυπεῖτων
Plural μυδροκτύπειτε μυδροκτυποῦντων, μυδροκτυπεῖτωσαν
Infinitive μυδροκτύπειν
Participle MasculineFeminineNeuter
μυδροκτυπων μυδροκτυπουντος μυδροκτυπουσα μυδροκτυπουσης μυδροκτυπουν μυδροκτυπουντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular μυδροκτύπουμαι μυδροκτύπει, μυδροκτύπῃ μυδροκτύπειται
Dual μυδροκτύπεισθον μυδροκτύπεισθον
Plural μυδροκτυποῦμεθα μυδροκτύπεισθε μυδροκτύπουνται
SubjunctiveSingular μυδροκτύπωμαι μυδροκτύπῃ μυδροκτύπηται
Dual μυδροκτύπησθον μυδροκτύπησθον
Plural μυδροκτυπώμεθα μυδροκτύπησθε μυδροκτύπωνται
OptativeSingular μυδροκτυποίμην μυδροκτύποιο μυδροκτύποιτο
Dual μυδροκτύποισθον μυδροκτυποίσθην
Plural μυδροκτυποίμεθα μυδροκτύποισθε μυδροκτύποιντο
ImperativeSingular μυδροκτύπου μυδροκτυπεῖσθω
Dual μυδροκτύπεισθον μυδροκτυπεῖσθων
Plural μυδροκτύπεισθε μυδροκτυπεῖσθων, μυδροκτυπεῖσθωσαν
Infinitive μυδροκτύπεισθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
μυδροκτυπουμενος μυδροκτυπουμενου μυδροκτυπουμενη μυδροκτυπουμενης μυδροκτυπουμενον μυδροκτυπουμενου

Future tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular μυδροκτυπήσω μυδροκτυπήσεις μυδροκτυπήσει
Dual μυδροκτυπήσετον μυδροκτυπήσετον
Plural μυδροκτυπήσομεν μυδροκτυπήσετε μυδροκτυπήσουσιν*
OptativeSingular μυδροκτυπήσοιμι μυδροκτυπήσοις μυδροκτυπήσοι
Dual μυδροκτυπήσοιτον μυδροκτυπησοίτην
Plural μυδροκτυπήσοιμεν μυδροκτυπήσοιτε μυδροκτυπήσοιεν
Infinitive μυδροκτυπήσειν
Participle MasculineFeminineNeuter
μυδροκτυπησων μυδροκτυπησοντος μυδροκτυπησουσα μυδροκτυπησουσης μυδροκτυπησον μυδροκτυπησοντος
Middle
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular μυδροκτυπήσομαι μυδροκτυπήσει, μυδροκτυπήσῃ μυδροκτυπήσεται
Dual μυδροκτυπήσεσθον μυδροκτυπήσεσθον
Plural μυδροκτυπησόμεθα μυδροκτυπήσεσθε μυδροκτυπήσονται
OptativeSingular μυδροκτυπησοίμην μυδροκτυπήσοιο μυδροκτυπήσοιτο
Dual μυδροκτυπήσοισθον μυδροκτυπησοίσθην
Plural μυδροκτυπησοίμεθα μυδροκτυπήσοισθε μυδροκτυπήσοιντο
Infinitive μυδροκτυπήσεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
μυδροκτυπησομενος μυδροκτυπησομενου μυδροκτυπησομενη μυδροκτυπησομενης μυδροκτυπησομενον μυδροκτυπησομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • κορυφαῖσ δ’ ἐν ἄκραισ ἥμενοσ μυδροκτυπεῖ Ἥφαιστοσ· (Aeschylus, Prometheus Bound, episode, anapests 3:14)

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION