헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

μεσιτεύω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: μεσιτεύω

형태분석: μεσιτεύ (어간) + ω (인칭어미)

어원: from mesi/_ths

  1. to act as mediator

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μεσιτεύω

μεσιτεύεις

μεσιτεύει

쌍수 μεσιτεύετον

μεσιτεύετον

복수 μεσιτεύομεν

μεσιτεύετε

μεσιτεύουσιν*

접속법단수 μεσιτεύω

μεσιτεύῃς

μεσιτεύῃ

쌍수 μεσιτεύητον

μεσιτεύητον

복수 μεσιτεύωμεν

μεσιτεύητε

μεσιτεύωσιν*

기원법단수 μεσιτεύοιμι

μεσιτεύοις

μεσιτεύοι

쌍수 μεσιτεύοιτον

μεσιτευοίτην

복수 μεσιτεύοιμεν

μεσιτεύοιτε

μεσιτεύοιεν

명령법단수 μεσίτευε

μεσιτευέτω

쌍수 μεσιτεύετον

μεσιτευέτων

복수 μεσιτεύετε

μεσιτευόντων, μεσιτευέτωσαν

부정사 μεσιτεύειν

분사 남성여성중성
μεσιτευων

μεσιτευοντος

μεσιτευουσα

μεσιτευουσης

μεσιτευον

μεσιτευοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μεσιτεύομαι

μεσιτεύει, μεσιτεύῃ

μεσιτεύεται

쌍수 μεσιτεύεσθον

μεσιτεύεσθον

복수 μεσιτευόμεθα

μεσιτεύεσθε

μεσιτεύονται

접속법단수 μεσιτεύωμαι

μεσιτεύῃ

μεσιτεύηται

쌍수 μεσιτεύησθον

μεσιτεύησθον

복수 μεσιτευώμεθα

μεσιτεύησθε

μεσιτεύωνται

기원법단수 μεσιτευοίμην

μεσιτεύοιο

μεσιτεύοιτο

쌍수 μεσιτεύοισθον

μεσιτευοίσθην

복수 μεσιτευοίμεθα

μεσιτεύοισθε

μεσιτεύοιντο

명령법단수 μεσιτεύου

μεσιτευέσθω

쌍수 μεσιτεύεσθον

μεσιτευέσθων

복수 μεσιτεύεσθε

μεσιτευέσθων, μεσιτευέσθωσαν

부정사 μεσιτεύεσθαι

분사 남성여성중성
μεσιτευομενος

μεσιτευομενου

μεσιτευομενη

μεσιτευομενης

μεσιτευομενον

μεσιτευομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION