헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전

μαστιγώσιμος

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: μαστιγώσιμος μαστιγώσιμον

형태분석: μαστιγωσιμ (어간) + ος (어미)

뜻

  1. that deserves whipping

곡용 정보

1/2군 변화
남/여성 중성
단수주격 μαστιγώσιμος

(이)가

μαστιγώσιμον

(것)가

속격 μαστιγωσίμου

(이)의

μαστιγωσίμου

(것)의

여격 μαστιγωσίμῳ

(이)에게

μαστιγωσίμῳ

(것)에게

대격 μαστιγώσιμον

(이)를

μαστιγώσιμον

(것)를

호격 μαστιγώσιμε

(이)야

μαστιγώσιμον

(것)야

쌍수주/대/호 μαστιγωσίμω

(이)들이

μαστιγωσίμω

(것)들이

속/여 μαστιγωσίμοιν

(이)들의

μαστιγωσίμοιν

(것)들의

복수주격 μαστιγώσιμοι

(이)들이

μαστιγώσιμα

(것)들이

속격 μαστιγωσίμων

(이)들의

μαστιγωσίμων

(것)들의

여격 μαστιγωσίμοις

(이)들에게

μαστιγωσίμοις

(것)들에게

대격 μαστιγωσίμους

(이)들을

μαστιγώσιμα

(것)들을

호격 μαστιγώσιμοι

(이)들아

μαστιγώσιμα

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἀλλ̓ ἢν μὲν ὑμεῖσ Πολυδάμαντι ἢ Γλαύκῳ ἢ Μίλωνι παραθεωρῆτέ με, κομιδῇ ὑμῖν δόξω θρασὺσ ἄνθρωποσ εἶναι, ἢν δὲ πολὺ ἐκείνων ἀπαγαγόντεσ τὴν μνήμην ἐπ̓ ἐμαυτοῦ μόνου ἀποδύσαντεσ ἴδητε, τάχ̓ ἂν οὐ πάνυ μαστιγώσιμοσ ὑμῖν δόξαιμι· (Lucian, Herodotus 15:1)

    (루키아노스, Herodotus 15:1)

유의어

  1. that deserves whipping

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION