Ancient Greek-English Dictionary

κυαμευτός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: κυαμευτός κυαμευτή κυαμευτόν

Structure: κυαμευτ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. chosen by beans, by lot

Examples

  • καὶ μὴν ἄρξαι γε τὸν Ἀριστείδην ὁ Ἰδομενεὺσ οὐ κυαμευτόν, ἀλλ’ ἑλομένων Ἀθηναίων φησίν. (Plutarch, , chapter 1 8:1)
  • κυαμευταὶ γὰρ ἦσαν ἔμπροσθεν αἱ ψηφοφορίαι δι’ ὧν πέρασ ἐπετίθεσαν ταῖσ ἀρχαῖσ. (Plutarch, De liberis educandis, section 17 5:1)
  • ἀλλὰ νὴ Δία, ὁ κατήγοροσ ἔφη, ὑπερορᾶν ἐποίει τῶν καθεστώτων νόμων τοὺσ συνόντασ, λέγων ὡσ μῶρον εἰή τοὺσ μὲν τῆσ πόλεωσ ἄρχοντασ ἀπὸ κυάμου καθιστάναι, κυβερνήτῃ δὲ μηδένα θέλειν χρῆσθαι κυαμευτῷ μηδὲ τέκτονι μηδ’ αὐλητῇ μηδ’ ἐπ’ ἄλλα τοιαῦτα, ἃ πολλῷ ἐλάττονασ βλάβασ ἁμαρτανόμενα ποιεῖ τῶν περὶ τὴν πόλιν ἁμαρτανομένων· (Xenophon, Memorabilia, , chapter 2 11:1)

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION