Ancient Greek-English Dictionary Language

κολπώδης

Third declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: κολπώδης κολπώδες

Structure: κολπωδη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: ei)=dos

Sense

  1. embosomed, embayed

Examples

  • οἱ δὲ ἀναπλεύσαντεσ τῇ τριακοντόρῳ, ὅτι κολπώδησ ἦν ἡ ταύτῃ θάλασσα, μᾶλλόν τι εὐπετῶσ κατέμαθον αὐτοῦ στρατοπεδεύοντασ τοὺσ Πέρσασ· (Arrian, Anabasis, book 2, chapter 7 2:2)
  • κατὰ μέροσ δ’ οὕτωσ εἰπεῖν δυνατόν, ὅτι τῶν μὲν Ἄλπεων περιφερὴσ ἡ ὑπώρειά ἐστι καὶ κολπώδησ, τὰ κοῖλα ἔχουσα ἐστραμμένα πρὸσ τὴν Ἰταλίαν· (Strabo, Geography, book 5, chapter 1 6:1)
  • εἶτα κολπώδησ καὶ τραχὺσ παράπλουσ ὁ πλείων εἰσ Κίτιον . (Strabo, Geography, Book 14, chapter 6 6:15)
  • ᾐὼν γάρ ἐστι κολπώδησ, ἄκρασ εἰσ τὸ πέλαγοσ προβεβλημένη δύο· (Strabo, Geography, book 17, chapter 1 12:6)
  • ἔστι μὲν οὖν πᾶσα ἡ συνεχὴσ τῷ κόλπῳ τούτῳ παραλία κολπώδησ, ὑπεξαιρουμένῳ δὲ τοὺσ κόλπουσ καὶ τὰσ ἐξοχὰσ κατὰ τὸ σχῆμα τὸ τριγωνοειδὲσ ὃ ὑπέγραψα, νοείσθω μᾶλλον ἐπὶ τὴν μεσημβρίαν ἅμα καὶ τὴν ἑώ λαμβάνουσα τὴν αὔξησιν ἡ ἤπειροσ. (Strabo, Geography, book 17, chapter 3 4:8)

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION