Ancient Greek-English Dictionary

κεραμικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: κεραμικός κεραμική κεραμικόν

Structure: κεραμικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: ke/ramos

Sense

  1. of or for pottery

Examples

  • τροχῷ γὰρ ἐλαθεὶσ κεραμικῆσ ῥύμησ ὕπο μυκτῆρσι λαμπρὰσ ἡλίου τιμὰσ ἔχεισ· (Aristophanes, Ecclesiazusae, Prologue 1:3)
  • ἀφ’ ὧν καὶ ἡ πλησίον τῶν κεραμείων πύλη Κεραμικὴ καλεῖται καὶ βάπτονται εἰσ τὸ δοκεῖν εἶναι ἀργυραῖ. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 11, book 11, chapter 61 1:2)
  • ἐπεὶ δὲ ἀνοιξάντων καὶ ἀριθμούντων διεφώνει πρὸσ τὰ γράμματα τὸ πλῆθοσ τοῦ ἀργυρίου καὶ παρεῖχε τοῖσ ἐφόροισ ἀπορίαν τὸ πρᾶγμα, φράζει θεράπων τοῦ Γυλίππου πρὸσ αὐτοὺσ αἰνιξάμενοσ ὑπὸ τῷ κεραμικῷ κοιτάζεσθαι πολλὰσ γλαῦκασ. (Plutarch, , chapter 16 2:2)
  • α εἴρηται ἀπὸ τῶν κεραμικῶν ἀγγείων τῶν ἐν τῇ καμίνῳ ἀπὸ τοῦ ὠτὸσ ἀπωξυμμένων, καθά φησι καὶ Σημωνίδησ· (Unknown, Elegy and Iambus, Volume II, , 180)
  • ὄχημα αὐτό που λέγομεν, οὐ πάνυ πολιτικῆσ ἔργον, ἀλλὰ μᾶλλον πολὺ τεκτονικῆσ καὶ κεραμικῆσ καὶ χαλκοτυπικῆσ. (Plato, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 187:3)

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION