Ancient Greek-English Dictionary Language

κατοπτρίζω

Non-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: κατοπτρίζω κατοπτρίσω

Structure: κατοπτρίζ (Stem) + ω (Ending)

Etym.: from ka/toptron

Sense

  1. to shew as in a mirror, beholding as in a mirror, reflecting as a mirror

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular κατοπτρίζω κατοπτρίζεις κατοπτρίζει
Dual κατοπτρίζετον κατοπτρίζετον
Plural κατοπτρίζομεν κατοπτρίζετε κατοπτρίζουσιν*
SubjunctiveSingular κατοπτρίζω κατοπτρίζῃς κατοπτρίζῃ
Dual κατοπτρίζητον κατοπτρίζητον
Plural κατοπτρίζωμεν κατοπτρίζητε κατοπτρίζωσιν*
OptativeSingular κατοπτρίζοιμι κατοπτρίζοις κατοπτρίζοι
Dual κατοπτρίζοιτον κατοπτριζοίτην
Plural κατοπτρίζοιμεν κατοπτρίζοιτε κατοπτρίζοιεν
ImperativeSingular κατόπτριζε κατοπτριζέτω
Dual κατοπτρίζετον κατοπτριζέτων
Plural κατοπτρίζετε κατοπτριζόντων, κατοπτριζέτωσαν
Infinitive κατοπτρίζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
κατοπτριζων κατοπτριζοντος κατοπτριζουσα κατοπτριζουσης κατοπτριζον κατοπτριζοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular κατοπτρίζομαι κατοπτρίζει, κατοπτρίζῃ κατοπτρίζεται
Dual κατοπτρίζεσθον κατοπτρίζεσθον
Plural κατοπτριζόμεθα κατοπτρίζεσθε κατοπτρίζονται
SubjunctiveSingular κατοπτρίζωμαι κατοπτρίζῃ κατοπτρίζηται
Dual κατοπτρίζησθον κατοπτρίζησθον
Plural κατοπτριζώμεθα κατοπτρίζησθε κατοπτρίζωνται
OptativeSingular κατοπτριζοίμην κατοπτρίζοιο κατοπτρίζοιτο
Dual κατοπτρίζοισθον κατοπτριζοίσθην
Plural κατοπτριζοίμεθα κατοπτρίζοισθε κατοπτρίζοιντο
ImperativeSingular κατοπτρίζου κατοπτριζέσθω
Dual κατοπτρίζεσθον κατοπτριζέσθων
Plural κατοπτρίζεσθε κατοπτριζέσθων, κατοπτριζέσθωσαν
Infinitive κατοπτρίζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
κατοπτριζομενος κατοπτριζομενου κατοπτριζομενη κατοπτριζομενης κατοπτριζομενον κατοπτριζομενου

Future tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular κατοπτρίσω κατοπτρίσεις κατοπτρίσει
Dual κατοπτρίσετον κατοπτρίσετον
Plural κατοπτρίσομεν κατοπτρίσετε κατοπτρίσουσιν*
OptativeSingular κατοπτρίσοιμι κατοπτρίσοις κατοπτρίσοι
Dual κατοπτρίσοιτον κατοπτρισοίτην
Plural κατοπτρίσοιμεν κατοπτρίσοιτε κατοπτρίσοιεν
Infinitive κατοπτρίσειν
Participle MasculineFeminineNeuter
κατοπτρισων κατοπτρισοντος κατοπτρισουσα κατοπτρισουσης κατοπτρισον κατοπτρισοντος
Middle
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular κατοπτρίσομαι κατοπτρίσει, κατοπτρίσῃ κατοπτρίσεται
Dual κατοπτρίσεσθον κατοπτρίσεσθον
Plural κατοπτρισόμεθα κατοπτρίσεσθε κατοπτρίσονται
OptativeSingular κατοπτρισοίμην κατοπτρίσοιο κατοπτρίσοιτο
Dual κατοπτρίσοισθον κατοπτρισοίσθην
Plural κατοπτρισοίμεθα κατοπτρίσοισθε κατοπτρίσοιντο
Infinitive κατοπτρίσεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
κατοπτρισομενος κατοπτρισομενου κατοπτρισομενη κατοπτρισομενης κατοπτρισομενον κατοπτρισομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION