헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

εἰκοστολόγος

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: εἰκοστολόγος εἰκοστολόγη εἰκοστολόγον

형태분석: εἰκοστολογ (어간) + ος (어미)

어원: le/gw

  1. one who collects the twentieth, a tax or toll collector

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 εἰκοστολόγος

(이)가

εἰκοστολό́γη

(이)가

εἰκοστολόγον

(것)가

속격 εἰκοστολόγου

(이)의

εἰκοστολό́γης

(이)의

εἰκοστολόγου

(것)의

여격 εἰκοστολόγῳ

(이)에게

εἰκοστολό́γῃ

(이)에게

εἰκοστολόγῳ

(것)에게

대격 εἰκοστολόγον

(이)를

εἰκοστολό́γην

(이)를

εἰκοστολόγον

(것)를

호격 εἰκοστολόγε

(이)야

εἰκοστολό́γη

(이)야

εἰκοστολόγον

(것)야

쌍수주/대/호 εἰκοστολόγω

(이)들이

εἰκοστολό́γᾱ

(이)들이

εἰκοστολόγω

(것)들이

속/여 εἰκοστολόγοιν

(이)들의

εἰκοστολό́γαιν

(이)들의

εἰκοστολόγοιν

(것)들의

복수주격 εἰκοστολόγοι

(이)들이

εἰκοστολό́γαι

(이)들이

εἰκοστολόγα

(것)들이

속격 εἰκοστολόγων

(이)들의

εἰκοστολόγῶν

(이)들의

εἰκοστολόγων

(것)들의

여격 εἰκοστολόγοις

(이)들에게

εἰκοστολό́γαις

(이)들에게

εἰκοστολόγοις

(것)들에게

대격 εἰκοστολόγους

(이)들을

εἰκοστολό́γᾱς

(이)들을

εἰκοστολόγα

(것)들을

호격 εἰκοστολόγοι

(이)들아

εἰκοστολό́γαι

(이)들아

εἰκοστολόγα

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION