헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἐξαγορευτικός

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἐξαγορευτικός ἐξαγορευτική ἐξαγορευτικόν

형태분석: ἐξαγορευτικ (어간) + ος (어미)

어원: from e)cagoreu/w

  1. fit to explain

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 ἐξαγορευτικός

(이)가

ἐξαγορευτική

(이)가

ἐξαγορευτικόν

(것)가

속격 ἐξαγορευτικοῦ

(이)의

ἐξαγορευτικῆς

(이)의

ἐξαγορευτικοῦ

(것)의

여격 ἐξαγορευτικῷ

(이)에게

ἐξαγορευτικῇ

(이)에게

ἐξαγορευτικῷ

(것)에게

대격 ἐξαγορευτικόν

(이)를

ἐξαγορευτικήν

(이)를

ἐξαγορευτικόν

(것)를

호격 ἐξαγορευτικέ

(이)야

ἐξαγορευτική

(이)야

ἐξαγορευτικόν

(것)야

쌍수주/대/호 ἐξαγορευτικώ

(이)들이

ἐξαγορευτικᾱ́

(이)들이

ἐξαγορευτικώ

(것)들이

속/여 ἐξαγορευτικοῖν

(이)들의

ἐξαγορευτικαῖν

(이)들의

ἐξαγορευτικοῖν

(것)들의

복수주격 ἐξαγορευτικοί

(이)들이

ἐξαγορευτικαί

(이)들이

ἐξαγορευτικά

(것)들이

속격 ἐξαγορευτικῶν

(이)들의

ἐξαγορευτικῶν

(이)들의

ἐξαγορευτικῶν

(것)들의

여격 ἐξαγορευτικοῖς

(이)들에게

ἐξαγορευτικαῖς

(이)들에게

ἐξαγορευτικοῖς

(것)들에게

대격 ἐξαγορευτικούς

(이)들을

ἐξαγορευτικᾱ́ς

(이)들을

ἐξαγορευτικά

(것)들을

호격 ἐξαγορευτικοί

(이)들아

ἐξαγορευτικαί

(이)들아

ἐξαγορευτικά

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION