헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

δρασείω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: δρασείω

형태분석: δρασεί (어간) + ω (인칭어미)

어원: Desiderat. of dra/w

  1. to have a mind to do, to be going to do

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 δρασείω

δρασείεις

δρασείει

쌍수 δρασείετον

δρασείετον

복수 δρασείομεν

δρασείετε

δρασείουσιν*

접속법단수 δρασείω

δρασείῃς

δρασείῃ

쌍수 δρασείητον

δρασείητον

복수 δρασείωμεν

δρασείητε

δρασείωσιν*

기원법단수 δρασείοιμι

δρασείοις

δρασείοι

쌍수 δρασείοιτον

δρασειοίτην

복수 δρασείοιμεν

δρασείοιτε

δρασείοιεν

명령법단수 δράσειε

δρασειέτω

쌍수 δρασείετον

δρασειέτων

복수 δρασείετε

δρασειόντων, δρασειέτωσαν

부정사 δρασείειν

분사 남성여성중성
δρασειων

δρασειοντος

δρασειουσα

δρασειουσης

δρασειον

δρασειοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 δρασείομαι

δρασείει, δρασείῃ

δρασείεται

쌍수 δρασείεσθον

δρασείεσθον

복수 δρασειόμεθα

δρασείεσθε

δρασείονται

접속법단수 δρασείωμαι

δρασείῃ

δρασείηται

쌍수 δρασείησθον

δρασείησθον

복수 δρασειώμεθα

δρασείησθε

δρασείωνται

기원법단수 δρασειοίμην

δρασείοιο

δρασείοιτο

쌍수 δρασείοισθον

δρασειοίσθην

복수 δρασειοίμεθα

δρασείοισθε

δρασείοιντο

명령법단수 δρασείου

δρασειέσθω

쌍수 δρασείεσθον

δρασειέσθων

복수 δρασείεσθε

δρασειέσθων, δρασειέσθωσαν

부정사 δρασείεσθαι

분사 남성여성중성
δρασειομενος

δρασειομενου

δρασειομενη

δρασειομενης

δρασειομενον

δρασειομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ὦ Ζεῦ τί δρασείεισ ποθ’ ἡμῶν τὸν λεών; (Aristophanes, Peace, Prologue 2:8)

    (아리스토파네스, Peace, Prologue 2:8)

  • ὦ δέσποτ’ Αἰάσ, τί ποτε δρασείεισ φρενί; (Sophocles, Ajax, episode 4:3)

    (소포클레스, Ajax, episode 4:3)

  • σὺ δ’ οὔτε φωνεῖσ οὔτε δρασείεισ σοφά. (Sophocles, Philoctetes, episode28)

    (소포클레스, 필록테테스, episode28)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION