헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

διεξελίσσω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: διεξελίσσω διεξελίξω

형태분석: δι (접두사) + ἐξελίσς (어간) + ω (인칭어미)

  1. 풀다, 끄르다, 느슨하게 하다
  1. to unroll, untie

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διεξελίσσω

(나는) 푼다

διεξελίσσεις

(너는) 푼다

διεξελίσσει

(그는) 푼다

쌍수 διεξελίσσετον

(너희 둘은) 푼다

διεξελίσσετον

(그 둘은) 푼다

복수 διεξελίσσομεν

(우리는) 푼다

διεξελίσσετε

(너희는) 푼다

διεξελίσσουσιν*

(그들은) 푼다

접속법단수 διεξελίσσω

(나는) 풀자

διεξελίσσῃς

(너는) 풀자

διεξελίσσῃ

(그는) 풀자

쌍수 διεξελίσσητον

(너희 둘은) 풀자

διεξελίσσητον

(그 둘은) 풀자

복수 διεξελίσσωμεν

(우리는) 풀자

διεξελίσσητε

(너희는) 풀자

διεξελίσσωσιν*

(그들은) 풀자

기원법단수 διεξελίσσοιμι

(나는) 풀기를 (바라다)

διεξελίσσοις

(너는) 풀기를 (바라다)

διεξελίσσοι

(그는) 풀기를 (바라다)

쌍수 διεξελίσσοιτον

(너희 둘은) 풀기를 (바라다)

διεξελισσοίτην

(그 둘은) 풀기를 (바라다)

복수 διεξελίσσοιμεν

(우리는) 풀기를 (바라다)

διεξελίσσοιτε

(너희는) 풀기를 (바라다)

διεξελίσσοιεν

(그들은) 풀기를 (바라다)

명령법단수 διεξέλισσε

(너는) 풀어라

διεξελισσέτω

(그는) 풀어라

쌍수 διεξελίσσετον

(너희 둘은) 풀어라

διεξελισσέτων

(그 둘은) 풀어라

복수 διεξελίσσετε

(너희는) 풀어라

διεξελισσόντων, διεξελισσέτωσαν

(그들은) 풀어라

부정사 διεξελίσσειν

푸는 것

분사 남성여성중성
διεξελισσων

διεξελισσοντος

διεξελισσουσα

διεξελισσουσης

διεξελισσον

διεξελισσοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διεξελίσσομαι

(나는) 풀려진다

διεξελίσσει, διεξελίσσῃ

(너는) 풀려진다

διεξελίσσεται

(그는) 풀려진다

쌍수 διεξελίσσεσθον

(너희 둘은) 풀려진다

διεξελίσσεσθον

(그 둘은) 풀려진다

복수 διεξελισσόμεθα

(우리는) 풀려진다

διεξελίσσεσθε

(너희는) 풀려진다

διεξελίσσονται

(그들은) 풀려진다

접속법단수 διεξελίσσωμαι

(나는) 풀려지자

διεξελίσσῃ

(너는) 풀려지자

διεξελίσσηται

(그는) 풀려지자

쌍수 διεξελίσσησθον

(너희 둘은) 풀려지자

διεξελίσσησθον

(그 둘은) 풀려지자

복수 διεξελισσώμεθα

(우리는) 풀려지자

διεξελίσσησθε

(너희는) 풀려지자

διεξελίσσωνται

(그들은) 풀려지자

기원법단수 διεξελισσοίμην

(나는) 풀려지기를 (바라다)

διεξελίσσοιο

(너는) 풀려지기를 (바라다)

διεξελίσσοιτο

(그는) 풀려지기를 (바라다)

쌍수 διεξελίσσοισθον

(너희 둘은) 풀려지기를 (바라다)

διεξελισσοίσθην

(그 둘은) 풀려지기를 (바라다)

복수 διεξελισσοίμεθα

(우리는) 풀려지기를 (바라다)

διεξελίσσοισθε

(너희는) 풀려지기를 (바라다)

διεξελίσσοιντο

(그들은) 풀려지기를 (바라다)

명령법단수 διεξελίσσου

(너는) 풀려져라

διεξελισσέσθω

(그는) 풀려져라

쌍수 διεξελίσσεσθον

(너희 둘은) 풀려져라

διεξελισσέσθων

(그 둘은) 풀려져라

복수 διεξελίσσεσθε

(너희는) 풀려져라

διεξελισσέσθων, διεξελισσέσθωσαν

(그들은) 풀려져라

부정사 διεξελίσσεσθαι

풀려지는 것

분사 남성여성중성
διεξελισσομενος

διεξελισσομενου

διεξελισσομενη

διεξελισσομενης

διεξελισσομενον

διεξελισσομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διήξελισσον

(나는) 풀고 있었다

διήξελισσες

(너는) 풀고 있었다

διήξελισσεν*

(그는) 풀고 있었다

쌍수 διήξελισσετον

(너희 둘은) 풀고 있었다

διηξε͂λισσετην

(그 둘은) 풀고 있었다

복수 διηξε͂λισσομεν

(우리는) 풀고 있었다

διήξελισσετε

(너희는) 풀고 있었다

διήξελισσον

(그들은) 풀고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διηξέλισσομην

(나는) 풀려지고 있었다

διηξε͂λισσου

(너는) 풀려지고 있었다

διήξελισσετο

(그는) 풀려지고 있었다

쌍수 διήξελισσεσθον

(너희 둘은) 풀려지고 있었다

διηξε͂λισσεσθην

(그 둘은) 풀려지고 있었다

복수 διηξέλισσομεθα

(우리는) 풀려지고 있었다

διήξελισσεσθε

(너희는) 풀려지고 있었다

διηξε͂λισσοντο

(그들은) 풀려지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 풀다

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION