헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

βουποίητος

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: βουποίητος βουποίητη βουποίητον

형태분석: βουποιητ (어간) + ος (어미)

어원: = bou/pais II, Anth.

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 βουποίητος

(이)가

βουποίήτη

(이)가

βουποίητον

(것)가

속격 βουποιήτου

(이)의

βουποίήτης

(이)의

βουποιήτου

(것)의

여격 βουποιήτῳ

(이)에게

βουποίήτῃ

(이)에게

βουποιήτῳ

(것)에게

대격 βουποίητον

(이)를

βουποίήτην

(이)를

βουποίητον

(것)를

호격 βουποίητε

(이)야

βουποίήτη

(이)야

βουποίητον

(것)야

쌍수주/대/호 βουποιήτω

(이)들이

βουποίήτᾱ

(이)들이

βουποιήτω

(것)들이

속/여 βουποιήτοιν

(이)들의

βουποίήταιν

(이)들의

βουποιήτοιν

(것)들의

복수주격 βουποίητοι

(이)들이

βουποί́ηται

(이)들이

βουποίητα

(것)들이

속격 βουποιήτων

(이)들의

βουποίητῶν

(이)들의

βουποιήτων

(것)들의

여격 βουποιήτοις

(이)들에게

βουποίήταις

(이)들에게

βουποιήτοις

(것)들에게

대격 βουποιήτους

(이)들을

βουποίήτᾱς

(이)들을

βουποίητα

(것)들을

호격 βουποίητοι

(이)들아

βουποί́ηται

(이)들아

βουποίητα

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • Βουποίητε μέλισσα, πόθεν μέλι τοὐμὸν ἰδοῦσα παιδὸσ ἐφ’ ὑαλέην ὄψιν ὑπερπέτασαι; (Unknown, Greek Anthology, Volume IV, book 12, chapter 2491)

    (작자 미상, Greek Anthology, Volume IV, book 12, chapter 2491)

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION