Ancient Greek-English Dictionary Language

ἀποφλαυρίζω

Non-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: ἀποφλαυρίζω

Structure: ἀποφλαυρίζ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to treat slightingly, make no account of

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀποφλαυρίζω ἀποφλαυρίζεις ἀποφλαυρίζει
Dual ἀποφλαυρίζετον ἀποφλαυρίζετον
Plural ἀποφλαυρίζομεν ἀποφλαυρίζετε ἀποφλαυρίζουσιν*
SubjunctiveSingular ἀποφλαυρίζω ἀποφλαυρίζῃς ἀποφλαυρίζῃ
Dual ἀποφλαυρίζητον ἀποφλαυρίζητον
Plural ἀποφλαυρίζωμεν ἀποφλαυρίζητε ἀποφλαυρίζωσιν*
OptativeSingular ἀποφλαυρίζοιμι ἀποφλαυρίζοις ἀποφλαυρίζοι
Dual ἀποφλαυρίζοιτον ἀποφλαυριζοίτην
Plural ἀποφλαυρίζοιμεν ἀποφλαυρίζοιτε ἀποφλαυρίζοιεν
ImperativeSingular ἀποφλαύριζε ἀποφλαυριζέτω
Dual ἀποφλαυρίζετον ἀποφλαυριζέτων
Plural ἀποφλαυρίζετε ἀποφλαυριζόντων, ἀποφλαυριζέτωσαν
Infinitive ἀποφλαυρίζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀποφλαυριζων ἀποφλαυριζοντος ἀποφλαυριζουσα ἀποφλαυριζουσης ἀποφλαυριζον ἀποφλαυριζοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀποφλαυρίζομαι ἀποφλαυρίζει, ἀποφλαυρίζῃ ἀποφλαυρίζεται
Dual ἀποφλαυρίζεσθον ἀποφλαυρίζεσθον
Plural ἀποφλαυριζόμεθα ἀποφλαυρίζεσθε ἀποφλαυρίζονται
SubjunctiveSingular ἀποφλαυρίζωμαι ἀποφλαυρίζῃ ἀποφλαυρίζηται
Dual ἀποφλαυρίζησθον ἀποφλαυρίζησθον
Plural ἀποφλαυριζώμεθα ἀποφλαυρίζησθε ἀποφλαυρίζωνται
OptativeSingular ἀποφλαυριζοίμην ἀποφλαυρίζοιο ἀποφλαυρίζοιτο
Dual ἀποφλαυρίζοισθον ἀποφλαυριζοίσθην
Plural ἀποφλαυριζοίμεθα ἀποφλαυρίζοισθε ἀποφλαυρίζοιντο
ImperativeSingular ἀποφλαυρίζου ἀποφλαυριζέσθω
Dual ἀποφλαυρίζεσθον ἀποφλαυριζέσθων
Plural ἀποφλαυρίζεσθε ἀποφλαυριζέσθων, ἀποφλαυριζέσθωσαν
Infinitive ἀποφλαυρίζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀποφλαυριζομενος ἀποφλαυριζομενου ἀποφλαυριζομενη ἀποφλαυριζομενης ἀποφλαυριζομενον ἀποφλαυριζομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION