Ancient Greek-English Dictionary Language

ἀντίκρουσις

Third declension Noun; Feminine 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ἀντίκρουσις

Structure: ἀντικρουσι (Stem) + ς (Ending)

Etym.: from a)ntikrou/w

Sense

  1. a striking against, hindrance: a repartee

Examples

  • ὡσ γὰρ τὰσ ἐμὰσ εὐθύνασ βλάπτων, ἃσ ὑπὲρ τῆσ πρεσβείασ μέλλω διδόναι, φησί με, ὅτ’ αὐτὸσ πρώην ὑπὲρ τοῦ παιδὸσ Ἀλεξάνδρου διεξῄει, ὡσ ἔν τῳ πότῳ ἡμῶν κιθαρίζοι καὶ λέγοι ῥήσεισ τινὰσ καὶ ἀντικρούσεισ πρὸσ ἕτερον παῖδα, καὶ περὶ τούτων ἃ δή ποτε αὐτὸσ ἐτύγχανε γιγνώσκων πρὸσ τὴν βουλὴν ἀπεφήνατο, οὐχ ὡσ συμπρεσβευτήν, ἀλλ’ ὡσ συγγενῆ τοῖσ εἰσ τὸν παῖδα σκώμμασιν ἀγανακτῆσαι. (Aeschines, Speeches, , section 1681)
  • "ἡ δὲ φωνὴ προσφερομένη καὶ προστυγχάνουσα σώμασι πολλοῖσ καὶ ἀθρόοισ ἢ τυφλοῦται παντάπασιν, ἢ διασπάσματα λαμβάνει μεγάλα καὶ πολλὰσ ἀντικρούσεισ καὶ διατριβάσ· (Plutarch, Quaestiones Convivales, book 8, 10:10)

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION