헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἀκροβολέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἀκροβολέω

형태분석: ἀκροβολέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: a)krobo/los

  1. to sling

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀκροβολῶ

ἀκροβολεῖς

ἀκροβολεῖ

쌍수 ἀκροβολεῖτον

ἀκροβολεῖτον

복수 ἀκροβολοῦμεν

ἀκροβολεῖτε

ἀκροβολοῦσιν*

접속법단수 ἀκροβολῶ

ἀκροβολῇς

ἀκροβολῇ

쌍수 ἀκροβολῆτον

ἀκροβολῆτον

복수 ἀκροβολῶμεν

ἀκροβολῆτε

ἀκροβολῶσιν*

기원법단수 ἀκροβολοῖμι

ἀκροβολοῖς

ἀκροβολοῖ

쌍수 ἀκροβολοῖτον

ἀκροβολοίτην

복수 ἀκροβολοῖμεν

ἀκροβολοῖτε

ἀκροβολοῖεν

명령법단수 ἀκροβόλει

ἀκροβολείτω

쌍수 ἀκροβολεῖτον

ἀκροβολείτων

복수 ἀκροβολεῖτε

ἀκροβολούντων, ἀκροβολείτωσαν

부정사 ἀκροβολεῖν

분사 남성여성중성
ἀκροβολων

ἀκροβολουντος

ἀκροβολουσα

ἀκροβολουσης

ἀκροβολουν

ἀκροβολουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀκροβολοῦμαι

ἀκροβολεῖ, ἀκροβολῇ

ἀκροβολεῖται

쌍수 ἀκροβολεῖσθον

ἀκροβολεῖσθον

복수 ἀκροβολούμεθα

ἀκροβολεῖσθε

ἀκροβολοῦνται

접속법단수 ἀκροβολῶμαι

ἀκροβολῇ

ἀκροβολῆται

쌍수 ἀκροβολῆσθον

ἀκροβολῆσθον

복수 ἀκροβολώμεθα

ἀκροβολῆσθε

ἀκροβολῶνται

기원법단수 ἀκροβολοίμην

ἀκροβολοῖο

ἀκροβολοῖτο

쌍수 ἀκροβολοῖσθον

ἀκροβολοίσθην

복수 ἀκροβολοίμεθα

ἀκροβολοῖσθε

ἀκροβολοῖντο

명령법단수 ἀκροβολοῦ

ἀκροβολείσθω

쌍수 ἀκροβολεῖσθον

ἀκροβολείσθων

복수 ἀκροβολεῖσθε

ἀκροβολείσθων, ἀκροβολείσθωσαν

부정사 ἀκροβολεῖσθαι

분사 남성여성중성
ἀκροβολουμενος

ἀκροβολουμενου

ἀκροβολουμενη

ἀκροβολουμενης

ἀκροβολουμενον

ἀκροβολουμενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • εἰ καί σοι πτέρυγεσ ταχιναὶ περὶ νῶτα τέτανται, καὶ σκυθικαὶ τόξων ἀκροβολεῖσ ἀκίδεσ, φεύξομ’, Ἔρωσ, ὑπὸ γᾶν σε. (Unknown, Greek Anthology, Volume V, book 16, chapter 2131)

    (작자 미상, Greek Anthology, Volume V, book 16, chapter 2131)

  • τοῦτό σοί, ὑληκοῖτα, κατ’ ἀγριάδοσ πλατάνοιο δέρμα λυκορραίστησ ἐκρέμασεν Τελέσων, καὶ τὰν ἐκ κοτίνοιο καλαύροπα, τάν ποκα τῆνοσ πολλάκι ῥομβητὰν ἐκ χερὸσ ἠκροβόλει. (Unknown, Greek Anthology, book 6, chapter 1061)

    (작자 미상, Greek Anthology, book 6, chapter 1061)

유의어

  1. to sling

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION