헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

Λεσβιάζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: Λεσβιάζω Λεσβιάσω

형태분석: Λεσβιάζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: from le/sbios

  1. to imitate Sappho

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 Λεσβιάζω

Λεσβιάζεις

Λεσβιάζει

쌍수 Λεσβιάζετον

Λεσβιάζετον

복수 Λεσβιάζομεν

Λεσβιάζετε

Λεσβιάζουσιν*

접속법단수 Λεσβιάζω

Λεσβιάζῃς

Λεσβιάζῃ

쌍수 Λεσβιάζητον

Λεσβιάζητον

복수 Λεσβιάζωμεν

Λεσβιάζητε

Λεσβιάζωσιν*

기원법단수 Λεσβιάζοιμι

Λεσβιάζοις

Λεσβιάζοι

쌍수 Λεσβιάζοιτον

Λεσβιαζοίτην

복수 Λεσβιάζοιμεν

Λεσβιάζοιτε

Λεσβιάζοιεν

명령법단수 Λεσβίαζε

Λεσβιαζέτω

쌍수 Λεσβιάζετον

Λεσβιαζέτων

복수 Λεσβιάζετε

Λεσβιαζόντων, Λεσβιαζέτωσαν

부정사 Λεσβιάζειν

분사 남성여성중성
Λεσβιαζων

Λεσβιαζοντος

Λεσβιαζουσα

Λεσβιαζουσης

Λεσβιαζον

Λεσβιαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 Λεσβιάζομαι

Λεσβιάζει, Λεσβιάζῃ

Λεσβιάζεται

쌍수 Λεσβιάζεσθον

Λεσβιάζεσθον

복수 Λεσβιαζόμεθα

Λεσβιάζεσθε

Λεσβιάζονται

접속법단수 Λεσβιάζωμαι

Λεσβιάζῃ

Λεσβιάζηται

쌍수 Λεσβιάζησθον

Λεσβιάζησθον

복수 Λεσβιαζώμεθα

Λεσβιάζησθε

Λεσβιάζωνται

기원법단수 Λεσβιαζοίμην

Λεσβιάζοιο

Λεσβιάζοιτο

쌍수 Λεσβιάζοισθον

Λεσβιαζοίσθην

복수 Λεσβιαζοίμεθα

Λεσβιάζοισθε

Λεσβιάζοιντο

명령법단수 Λεσβιάζου

Λεσβιαζέσθω

쌍수 Λεσβιάζεσθον

Λεσβιαζέσθων

복수 Λεσβιάζεσθε

Λεσβιαζέσθων, Λεσβιαζέσθωσαν

부정사 Λεσβιάζεσθαι

분사 남성여성중성
Λεσβιαζομενος

Λεσβιαζομενου

Λεσβιαζομενη

Λεσβιαζομενης

Λεσβιαζομενον

Λεσβιαζομενου

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • πρὸσ θεῶν εἰπέ μοι, τί πάσχεισ ἐπειδὰν κἀκεῖνα λέγωσιν οἱ πολλοί, λεσβιάζειν σε καὶ φοινικίζειν ; (Lucian, Pseudologista, (no name) 25:1)

    (루키아노스, Pseudologista, (no name) 25:1)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION