헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

διέχω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: διέχω διέξω διέσχον

형태분석: δι (접두사) + έ̓χ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 막다, 차단하다
  2. 겪다, 나열하다, 통과하다, 견디다
  3. 떨어져 있다, 비용을 지불하다, 처벌받다
  4. 화해시키다, 조정하다
  5. 다르다, 벌어지다
  1. to keep apart or separate
  2. to keep off
  3. to go through, hold its way, to extend or reach
  4. to stand apart, be separated or distant, with spaces between man and man, is, wide
  5. to intervene
  6. to differ

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διέχω

διέχεις

διέχει

쌍수 διέχετον

διέχετον

복수 διέχομεν

διέχετε

διέχουσιν*

접속법단수 διέχω

διέχῃς

διέχῃ

쌍수 διέχητον

διέχητον

복수 διέχωμεν

διέχητε

διέχωσιν*

기원법단수 διέχοιμι

διέχοις

διέχοι

쌍수 διέχοιτον

διεχοίτην

복수 διέχοιμεν

διέχοιτε

διέχοιεν

명령법단수 διέχε

διεχέτω

쌍수 διέχετον

διεχέτων

복수 διέχετε

διεχόντων, διεχέτωσαν

부정사 διέχειν

분사 남성여성중성
διεχων

διεχοντος

διεχουσα

διεχουσης

διεχον

διεχοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διέχομαι

διέχει, διέχῃ

διέχεται

쌍수 διέχεσθον

διέχεσθον

복수 διεχόμεθα

διέχεσθε

διέχονται

접속법단수 διέχωμαι

διέχῃ

διέχηται

쌍수 διέχησθον

διέχησθον

복수 διεχώμεθα

διέχησθε

διέχωνται

기원법단수 διεχοίμην

διέχοιο

διέχοιτο

쌍수 διέχοισθον

διεχοίσθην

복수 διεχοίμεθα

διέχοισθε

διέχοιντο

명령법단수 διέχου

διεχέσθω

쌍수 διέχεσθον

διεχέσθων

복수 διέχεσθε

διεχέσθων, διεχέσθωσαν

부정사 διέχεσθαι

분사 남성여성중성
διεχομενος

διεχομενου

διεχομενη

διεχομενης

διεχομενον

διεχομενου

미완료(Imperfect) 시제

단순 과거(Aorist) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • οὔτ’ οἱ τρόποι γὰρ ὁμονοοῦσ1’ οὔτ’ οἱ νόμοι ἡμῶν, ἀπ’ ἀλλήλων δὲ διέχουσιν πολύ. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 7, book 7, chapter 55 1:2)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 7, book 7, chapter 55 1:2)

  • καὶ τὸ ἀνωμαλίσθαι τὰσ πόλεισ ἐν πολὺ διέχουσιν ταὐτό, ἐν ἐπιφανείᾳ καὶ δυνάμεσι τὸ ἴσον. (Aristotle, Rhetoric, Book 3, chapter 11 5:5)

    (아리스토텔레스, 수사학, Book 3, chapter 11 5:5)

  • Κτησίασ μὲν δή, εἰ δή τῳ ἱκανὸσ καὶ Κτησίασ ἐσ τεκμηρίωσιν, ἵνα μὲν στενότατοσ αὐτὸσ αὑτοῦ ὁ Ἰνδόσ ἐστι, τεσσαράκοντα σταδίουσ λέγει ὅτι διέχουσιν αὐτῷ αἱ ὄχθαι, ἵνα δὲ πλατύτατοσ, καὶ ἑκατόν· (Arrian, Anabasis, book 5, chapter 4 2:2)

    (아리아노스, Anabasis, book 5, chapter 4 2:2)

  • κίονεσ δὲ ἑπτὰ οἳ τοῦ μνήματοσ τούτου διέχουσιν οὐ πολύ, κατὰ τρόπον οἶμαι τὸν ἀρχαῖον, οὓσ ἀστέρων τῶν πλανητῶν φασιν ἀγάλματα. (Pausanias, Description of Greece, , chapter 20 14:5)

    (파우사니아스, Description of Greece, , chapter 20 14:5)

  • ὁ δ’ αὐτὸν τὸν Τάγον ποταμὸν ὀκτακισχιλίων τίθησι τὸ μῆκοσ ἀπὸ τῆσ πηγῆσ μέχρι τῶν ἐκβολῶν, οὐ δή που τὸ σὺν τοῖσ σκολιώμασιν οὐ γὰρ γεωγραφικὸν τοῦτο, ἀλλ’ ἐπ’ εὐθείασ λέγων, καίτοι γε ἀπὸ Πυρήνησ αἱ τοῦ Τάγου πηγαὶ πλέον διέχουσιν ἢ χιλίουσ σταδίουσ. (Strabo, Geography, book 2, chapter 4 8:7)

    (스트라본, 지리학, book 2, chapter 4 8:7)

유의어

  1. to keep apart or separate

  2. 막다

  3. 겪다

  4. 화해시키다

  5. 다르다

관련어

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION