Ancient Greek-English Dictionary Language

ἀκραιφνής

Third declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ἀκραιφνής ἀκραιφνές

Structure: ἀκραιφνη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: syncop. form of a)keraiofanh/s (a)ke/raios, fai/nomai)

Sense

  1. unmixed, pure, utter
  2. unharmed, entire
  3. untouched by

Examples

  • ὁ δὲ Νικίασ οὐκ ἐβούλετο ναυμαχεῖν, ἀλλὰ πολλὴν ἀβελτερίαν ἔλεγεν εἶναι, στόλου τοσούτου προσπλέοντοσ αὐτοῖσ καὶ δυνάμεωσ ἀκραιφνοῦσ, ἣν ἦγε Δημοσθένησ σπεύδων, ἀπ’ ἐλαττόνων καὶ χορηγουμένων φαύλωσ διαγωνίσασθαι. (Plutarch, , chapter 20 4:1)
  • ἤδη δὲ πλησιάζοντεσ ταῖσ πύλαισ ἀπηλαύνοντο τῆσ νεότητοσ ἐπεξελθούσησ αὐτοῖσ ἀκραιφνοῦσ, ᾗ τὰ τείχη φυλάττειν ὁ βασιλεὺσ ἐπέτρεψε, καὶ τοῦ Ῥωμύλου, ῥᾷον γὰρ ἤδη εἶχεν ἐκ τοῦ τραύματοσ, ἐκβοηθήσαντοσ ὡσ εἶχε τάχουσ, ἐγίνετό τε ἀγχίστροφοσ ἡ τοῦ ἀγῶνοσ τύχη καὶ πολλὴν ἔχουσα τὴν ἐπὶ θάτερα μεταβολήν. (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, book 2, chapter 43 4:1)

Synonyms

  1. unmixed

  2. unharmed

  3. untouched by

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION